14 Ιουν 2017

ΘΑΛΗΣ - Ένα μικρό διήγημα [ Μέρος Α΄ και μοναδικό ]

Θα 'τανε δε θα 'τανε χαράματα, πάνω στο μικρό λοφάκι στη δυτική όχθη του λιμανιού και πίσω από τις φυλλωσιές και τις χαραματιές ενός χαριτωμένου ιωνικού σπιτιού, αναστατωμένες λάμψεις κεριών πηγαινο-έρχονταν, σα μικρές πυγολαμπίδες. Στο σπίτι του Εξαμύου και της Κλεοβουλίνης, θύρες και θυρόφυλλα, άμα πήραν σιγοτρίζοντας την πρώτη βαθιά ανάσα, ξεσηκώθηκαν για τα καλά. Αν πλησίαζε κανείς στο πρόθυρο, ν' αφουγκραστεί τα τεκταινόμενα, δε θ' άντεχε να μη γυρίσει το κεφάλι του μια στάλα πίσω. Στ' ανατολικά ένας βαθύς ουρανός, περνούσε με το πρωινό του αστάρι μια χούφτα μπαμπακένια σύννεφα, κι ακριβώς απέναντι το λιμάνι. Οι καλλίγραμμες πεντηκόντοροι κρύβονταν ακόμα ληθαργικά μέσα στις σκιές και στις υποψίες, ωστόσο, οι φιγούρες των καταρτιών ξεπρόβαλαν αλώβητες απ' τα σκοτάδια και λικνίζονταν παιχνιδιάρικα, στο μενεξεδί φόντο. Δε θα 'ταν και πολύ ώρα, κάτι τελευταία ψαράδικα είχαν ξεμακρύνει νυσταγμένα κι έχοντας πια σβήσει κι ο παραμικρός παφλασμός κουπιών, τα πάντα είχαν βουτηχτεί πίσω σε κείνη τη γαλακτερή, πρωινή αχλή, τη γεμάτη απ' το μυστήριο και τις υποσχέσεις μιας καινούργιας ημέρας. Σ' ολάκερη τη Μίλητο επικρατούσε το γουργούρισμα των ανθρώπων, οι οποίοι ροχαλίζουν ακόμα σα γουρούνια ή έστω χουζουρεύουν όπως οι ναζιάρες γαλές. Ή, τέλος πάντων, σχεδόν σ' ολάκερη τη Μίλητο, παρεκτός φυσικά της οικίας που μας ενδιαφέρει.

Κι έτσι, όσην ώρα εμείς χαζεύαμε στεκάμενοι στο πρόθυρο, πράματα και θάματα σημειώνταν στην κρεβατοκάμαρα του ζεύγους ∙ όχι φυσικά από εκείνα που φαντάζεστε, καθώς ετούτα είχαν προηγηθεί της διήγησής μας εννέα μήνες και κάτι ψιλά. Γυναίκες μπαινόβγαιναν στην κάμαρα, άλλες με φούρια και ζεστά πανιά κι άλλες αγουροξυπνημένες, σουσουρίζοντας χαμογελαστές, με τα πειράγματα μετέωρα στις άκρες των χειλιών τους. Όσο να μπουν, να καλομπούν να καλοκουβεντιάσουν, μια πνιχτή διαμαρτυρία έσκασε ανάμεσα στους ψιθύρους. Πνιχτή στην αρχή, μα κατόπιν, σα ξεθάρρεψε, γίνηκε τσιρίδα τέτοια, που όμοιά της δεν είχε ματακουστεί στη γειτονιά. Τρόμαξαν και τα κοκόρια, ένα πράγμα. Τα μάτια της Κλεοβουλίνης, ωστόσο - μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια, στο χρώμα του κάστανου της Καρίας - αν και κατάκοπα από τις ωδύνες και την προσπάθεια, έλαμπαν ήδη σαν δυο μικροί ήλιοι, μέσα στην ευλογημένη εστία χαράς, που ήταν πια το σπίτι της.

Αλλά υπάρχει χαρά, που 'ναι για όλους; δεν υπάρχει. Ο μικρός Θαλής, διόλου δε γούσταρε να τον ξεσηκώνουν πρωινιάτικα απ' το ζεστό, ληθαργικό του άντρο ∙ συνέχιζε να γκαρίζει και σταματημό δεν είχε, το σκασμένο. Ήταν όμως και κάτι άλλο, κάτι δέκα φορές χειρότερο, που μάλλον ξεπερνούσε το απλό ξεβόλεμα. Ήταν όλα ετούτα τα καινούργια πράγματα που συνέβαιναν γύρω του κι απ' τα οποία δεν καταλάβαινε γρι, αυτή η θολούρα κι αυτή η φασαρία, τα χαχανητά κι ένα σωρό άγνωστα κι ανησυχητικά ερεθίσματα. Τι κόσμος ήταν αυτός, λοιπόν, που μ' έφερες Εξαμύη να ζήσω; Αυτό το εκνευριστικό, αναπάντητο "γιατί" του κόσμου καρφώθηκε, από εκείνη τη στιγμή, στο δόξα πατρί του μικρού τενόρου και βάλθηκε να βρει μιαν απάντηση σωστή, μέχρις ότου - πολλά χρόνια μετά - άφησε πια την τελευταία του πνοή, ξεχωριστός ανάμεσα στους ανθρώπους κι έχοντας πάρει λίγο από το αίμα του πίσω.

* * *

Περνούσαν, λοιπόν, οι μήνες στην αρχή και τα χρόνια αργότερα, για το μικρό Θαλή. Έπαψαν να του τρέχουνε τα σάλια, μέχρι που κάποτε κατάλαβε πως η γλώσσα είχε κι άλλη χρησιμότητα, πέραν δηλαδή του να γλύφει τη φρουτόκρεμα. Άμα πήρε πρέφα και το πώς συντάσσεται μι' αξιοπρεπής πρόταση, γλώσσα δεν έβαζε μέσα του.

- Μαμά, τι 'ναι θεός; Μπαμπά, ποιος φέρνει τα παιδιά; πόσο μακρυά βρίσκεται ο ουρανός; από πού έρχονται οι Πέρσες; τι έχει μέσα ο ήλιος; τι πα να πει κομμουνιστής; τι 'ναι ένα αυγό μελάτο; γιατί κλειδώνεται ο παππούς με τη δούλα, κάθε μέρα;

Ο Εξαμύης είχε σκάσει από τα νεύρα του, σταματημό δεν είχε, το ζερζεβουλοπαίδι. Αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή, που τού 'στείλε ο θεός αγόρι. Μα κατά βάθος, ήταν περήφανος μέχρι τα μπούνια και στον καφενέ - δεν είχανε τέλος πάντων καφενέδες τότε, αλλά λέμε, αν είχανε - εξιστορούσε καθημερινά όλες τις καινούργιες σκανταλιές του κανακάρη του και γελούσανε ως και τα μουστάκια του - δεν άφηναν, βέβαια, μουστάκια εκείνη την εποχή, αλλά λέμε, αν άφηναν. Η Κλεοβουλίνη, από την άλλη, είχε να το λέει και να το καμαρώνει: και τι όμορφο παιδί, και τι έξυπνο, και τι, και τι... δεύτερο δεν έβρισκες όχι στη Μίλητο, στην Ιωνία όλη. Τώρα εννιά στις δέκα μάνες, άμα τις ρωτήσεις, απαγγέλνουν αυτή την ίδια παραμύθα, από τότε που γίνηκε η πρώτη μάνα. Κι άμα τύχει να συναντήσεις τον λεγάμενο, είναι ένας μπούλης πρώτης, από εκείνους που για να σκύψουν να δέσουν τα σανδάλια τους έχουν φτάσει πια τριάντα χρονών μοσχάρια. Η Κλεοβουλίνη ωστόσο, χωρίς να το συνειδητοποιεί στ' αλήθεια, αντιπροσώπευε επάξια τη δέκατη μάνα των στατιστικών ∙ ο μικρός Θαλής ήταν πραγματικά ένα πιτσιρίκος ξεχωριστός.

Όταν έφτασε πια στην ηλικία, όπου κατάλαβε ότι μπορεί να την κοπανάει από το σπίτι, δίχως να πέφτουν κεραυνοί να τον κάψουν - εξόν, δηλαδή, καμιάς εξαμύιας καρπαζιάς - ο Θαλίσκος εξαφανιζόταν ώρες ατελείωτες.

- Μαμά να πάω στο λιμάνι;
- Να 'σαι πίσω πριν σκοτεινιάσει.
- Καλά ρε μαμά, παιδιά είμαστε;

Πήγαινε στ' αλήθεια στο λιμάνι, μ' αν τον αναζητούσες μετά από καμιά ώρα, πουθενά ο Θαλής. Κι έβγαινε η κακομοίρα κυρά-Κλεό στη ξώπορτα και γκάριζε - την άκουγε η μισή Μίλητος και κάτι περίχωρα:

- Θαληηή! Που 'σαι βρε αθεόφοβε κι έχει πιάσει να νυχτώνει;

Μισή μερίδα με δυο καλαμάκια για πόδια κι είχε μάθει πια τη πόλη καλύτερα κι από τους ταξιτζήδες. Αλλά κι η Μίλητος τον είχε μάθει και τον αγαπούσε. Γιατί πέρα από την τρέλα που κουβαλούσε, ήταν πάντα χαμογελαστός κι ευγενικός με όλους, ήταν αυτό που λέμε "το καλό παιδί". "Βρε ξύπνα" του λεγε ο πατέρας του "ο κόσμος είναι κακός". "Ξύπνιος είμαι, εσείς κοιμάστε" ανταπέδιδε ο μικρός, τρέχοντας προς την εξώπορτα, της πατρικής παντόφλας άρτι περιδινομένης αποφευξάμενος. Του στοίχησε, κάπως, αυτή η καλοσυνάτη ευθύτητα, όταν αργότερα, στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα περισσότερα κορίτσια τον έβλεπαν σα... φίλο. Μα ο Θαλής δε μάσαγε. Έκανε πάντα αυτό που του 'λεγε η καρδιά του και δεν λογάριαζε κανένα τίμημα και κανέναν τιμητή. Πώς να μην το αγαπήσεις, ετούτο το παιδί; Όταν σε κοιτούσε μ' εκείνα τα βαθιά, σκούρα του μάτια, διεισδυτικά και αεικίνητα, ο μικρός αλητάκος σε μάγευε αμέσως ∙ σα να 'χες μεγάλον άνθρωπο απέναντί σου.

* * *

Το πιο συχνά, όπως είπαμε, θα τον έβρισκες στο λιμάνι. Χάζευε την πολύβουη ανθρωποθάλασσα που συγκεντρωνόταν, κάθε που πιάναν σκάλα τα εμπορικά, παρατηρούσε τις πολύχρωμες πραμάτειες που κατέφταναν από κάθε γωνιά της γνωστής τότε γης, τα εξουθενωμένα πληρώματα, τους πολυπράγμονες εμπόρους, τα ρούχα των ανθρώπων, τα σκέρτσα, τα πρόσωπα, τις ομιλίες. Με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και μάτια γουρλωμένα, άκουγε ιστορίες από την άλλη άκρη της θάλασσας ή από τα βάθη της Μικράς Ασίας, για αχανείς αυτοκρατορίες και βασιλείς που κολυμπούσαν στα πλούτη, εκστρατείες και μάχες γεμάτες δόξα και θάνατο, θαλάσσια τέρατα, φριχτά γεννήματα του Ποσειδώνα, ψηλά όσο τα ψηλότερα κύματα και σκοτεινά σαν τα βαθύτερα σκοτάδια της νύχτας, για λαμπρούς Φαραώ και τάφους πελώριους, με κορυφές που άγγιζαν από τη μία τα σύννεφα, μ' από την άλλη βυθίζονταν στέρεα θεμελιωμένοι, σ' ερήμους πλατιές τόσο, που το μάτι δεν έφτανε να τις αγκαλιάσει. Άκουγε ο Θαλής όλα αυτά τα θαυμαστά και του τρέχανε τα σάλια, όπως τρέχουνε σήμερα στους πιτσιρικάδες που βγαίνουν απ' τα σινεμά ή ξημεροβραδιάζονται στα κομπιούτερς.

Άλλοτε, πάλι, βοηθούσε τους ψαράδες στο λέντισμα και στο νετάρισμα, κι εκείνοι τον είχανε για γούρι, καθότι δεν υπάρχει πιο προληπτική φάρα από τους ανθρώπους της θάλασσας. Η αλήθεια βέβαια ήταν λίγο πιο μέση ∙ βλέπεις το ξεμπέρδεμα των διχτυών είναι αγγαρεία υπόθεση κι όσο να 'ναι, το μερίδιο που αναλάμβανε ο Θαλίσκος ήταν πολύ μεγαλύτερο συμφέρον για τους ψαράδες, απ' όσο καταλάβαινε ο πιτσιρικάς, που το 'παιρνε για παιχνίδι. Μα δεν του φτάνανε οι ψαράδες του μικρού διαόλου: στο σιδεράδικο πρώτη φάτσα πρόσεχε το καμίνι, στον αγγειοπλάστη νάτος πάλι, γυρνούσε τον τροχό, στο καρνάγιο κουβαλούσε τρέχοντας τα εργαλεία και στο βαφείο - εκεί αποτρελενόταν - βουτούσε τα χέρια του όπου να 'ναι και τον κυνηγούσαν, πρώτα ο βαφέας κι ύστερα η Κλεοβουλίνη, κάθε που γύριζε στο σπίτι αγνώριστος και γέμιζε τους τοίχους μπογιές.

Παραδίπλα στο λιμάνι, βρισκόταν το Δελφίνιο, ένα μικρό ιερό αφιερωμένο στο Δελφίνιο Απόλλωνα κι ένας υπαίθριος βωμός, όπου τριγύρω μαζεύονταν οι άντρες να τα πουν σαν άντρες, εκτός κι αν έπαιζε κανάς απόπλους, οπότε θυσίαζαν στο θεό για το καλό κατευόδιο κι έπειτα μασαμπούκιαζαν τα θεϊκά κοψίδια ∙ ότι ο θεός βλέπεις ήταν σε δίαιτα πεντέξι αιώνες και δεν τιμούσε τα κρεατικά, ιδιαίτερα. Ούτε το Δελφίνιο ήταν ξένο, στο μικρό πλάνητα. Στριμωχνόταν ανάμεσα στους ενήλικες, που κουβέντιαζαν - το πιο συχνά τσακώνονταν - για τα της πόλης τους, για τα της οικίας τους ή για το πόσο είχε ακριβύνει η ζωή και άλλα παρόμοια. Εδώ άκουσε πρώτη φορά λέξεις όπως "λαός", "ολιγαρχία" και "τύρρανος", έμαθε για κάποιαν Αθήνα μητρόπολη, για Λύδους, Μήδους και Σαμιώτες και για μια μακρινή αποικία, που τήνε λέγαν Ναύκρατη. Εδώ κατάλαβε, πρώτη φορά, πως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι γεννημένοι ίσοι. Για τους δούλους γνώριζε απ' το σπίτι του, αλλά για τη φτώχεια, τον πλούτο, το συμφέρον, την εξουσία, τον πόλεμο, άρχιζαν σιγά-σιγά να ξεδιαλύνονται οι έννοιες, μες στο μυαλό του. Έπηζε ο κόσμος γύρω του, αποκτούσε συνοχή, σχέσεις και νόημα. Και φυσικά, το τελευταίο ετούτο, δεν έμοιαζε παρά ελάχιστα μ' εκείνο που γνώριζε από τ' αρχοντικό του σπίτι. Τα ένιωθε περισσότερο, στην ηλικία του, παρά τα καταλάβαινε όλα ετούτα. Τα νοήματα ήσαν όσα και οι άνθρωποι κι άκρη δεν έβγαζε ακόμα.

Άμα βαριόταν, όμως τους ανθρώπους, χανόταν στην ύπαιθρο, στα αλσίλια της πόλης και στις παραλίες. Έβρισκε μια σκιά τα καλοκαίρια ή κάποιο απάγκιο τους χειμώνες και χάζευε τους ουρανούς και τους ορίζοντες. Συλλογιζόταν ένα σωρό πράματα, που ούτε κι ο ίδιος συχνά τα καταλάβαινε - κάποτε κάποτε γελούσε και με τον εαυτό του γι' αυτό. Όταν έφτιαχνε - όπως όλα τα παιδιά - σχήματα και πλάσματα με τα σύννεφα, δεν του 'φτανε να λέει πως τα σύννεφα είναι του Διός. "Καλά ποιανού είναι, το ξέρω" έλεγε του πατέρα του "αλλά τι πράγμα είναι ένα σύννεφο;". "Σαν το μαλλί που κουρεύουνε τα πρόβατα" του 'λεγε ο άμοιρος Εξαμύης "μόνο που 'ναι βρεγμένο και στάζει, να όπως τα μουλιασμένα ρούχα". "Μα τι βλακείες είν' αυτές;" σκεφτόταν ο Θαλής "Τι δουλειά έχουν οι προβατίσιες τρίχες να πετάνε; άμα τις βάναμε όλες κάτου, να ξαναφτιάξουμε πρόβατα, τόσα κεφάλια δεν μαζεύονται ούτε σ' όλη τη μεσόγειο". Ίδια δουλειά με τα πάντα. Άμα χάζευε μυρμήγκια με τους φίλους του και τα βάζανε να περνούν ένα σωρό δοκιμασίες - λαβύρινθους από ξυλάκια, φορτία από σπόρια, αναμετρήσεις με άλλα ζωύφια - του Θαλή δεν του 'ταν αρκετή η πλάκα. Σκάλιζε τα καημένα τα μυρμήγκια και τις μυρμηγκοφωλιές, γύρευε να δει, να μάθει, να καταλάβει: πόσο μεγάλες είναι, πόσο βαθιά φτάνουν, πόσα μυρμήγκια χωράνε, γιατί ο μέρμηγκας είναι τόσο δυνατός, γιατί διαλέγει το ένα μονοπάτι και το άλλο όχι;

* * *

Κι έτσι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας, ρουφώντας σα σφουγγάρι όλες τις γνώσεις και τις συνήθεις των ανθρώπων, που αθρόα γέμιζαν τους δρόμους και την αγορά της όμορφης αυτή πόλης. Σα μεγάλωσε και μπήκε πια στην εφηβεία, ο πατέρας του αποφάσισε πως ήταν καιρός να μεριμνήσει για την παιδεία του μικρού. Τα λεφτά δεν λείπανε από το σπίτι τους, οικογένεια καλοβαλμένη και σεβαστή, έτσι ο κατάλληλος παιδαγωγός δεν άργησε να βρεθεί. Το "κατάλληλος" φυσικά ήταν μια κουβέντα, γιατί παιδαγωγός κατάλληλος ν' αναμετρηθεί με το ατίθασο κι ερευνητικό πνεύμα του Θαλή μπορεί και να μην υπήρχε γεννημένος ακόμα. Ο κακομοίρης ο δασκαλάκος τα 'βρισκε μπαστούνια.

- Έτσι που λες Θαλή. Είναι χάρη στην καλή μας Δήμητρα και την κυρα-Περσεφόνη, που βλασταίνουν τα χωράφια μας κι έχει το αθεόφοβο στομάχι σου να φάει, να σκάσει, μπας και ησυχάσουμε από σένα.
- Εγώ εντάξει, να σκάσω δάσκαλε, αλλά τούτο πες μου: πώς χωράει ολόκληρο κυπαρίσσι μέσα σ' ένα τόσο δα σποράκι; Αυτά ξέρεις να μου τα πεις ή χάνουμε τον καιρό μας τώρα;

"Αυτά είναι στο επόμενο κεφάλαιο" ή " Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου" απαντούσε απηυδησμένος ο παιδαγωγός, με την πίεση στο κόκκινο και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά, κατά το Δία ∙ γιατί τότε δεν κάνανε ακόμα το σταυρό τους σ' αυτές τις περιπτώσεις και γι' αυτό δεν πρόκοψαν, σαν και μας που έχουμε τηλεόραση κι αεροπλάνα και βόμβα ατομική, χάρη στον καλό θεούλη.

* * *

Μερικά από τα πράγματα που προβλημάτιζαν το Θαλή ήταν κι ο διττός τρόπος, που συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι γύρω του. Για παράδειγμα οι ναυτικοί, προτού ξεκινήσουν για τ' οποιοδήποτε μακρινό ταξίδι, παρ' ότι δεν παρέλειπαν ποτέ να θυσιάσουν, όπως είπαμε, στο δελφίνιο Απόλλωνα εκεί δίπλα, ποτέ φυσικά δεν έβαζαν τον Απόλλωνα στο πηδάλιο, στον ιστό, στους υπολογισμούς των άστρων. Παρά μετρώντας και ζυγίζοντας τα σημάδια και τις γνώσεις των χρόνων, κατάφερναν να φτάνουν στους προορισμούς τους με τη βοήθεια του νου περισσότερο, παρά του θεού.

[ ... ]

11 Φεβ 2017

Άμα πετύχει η μαλακία...

Σε άλλο μου blog @ "Του Κουφού Η Πόρτα" , είχα βγάλει στη φόρα τ' άπλυτα ενός καραγκιόζη, ονόματι Ρολφ Ντομπέλλι. Ας βάλω ένα σύνδεσμο κι εδώ να υπάρχει, λόγω σχετικότητας του θέματος, κι αχρείαστος να 'ναι. Τόση ευήθεια, διάολε, ας μην αναπαράγεται πέραν του δέοντος.

31 Δεκ 2007

Ερωτήματα ναι, θανάσιμα όχι τόσο... [Part 3]

(i) Μπορεί κάτι να είναι κακό χωρίς να είναι δυσάρεστο;

Αυτό, πρέπει να ομολογήσω, είναι ένα μεγάλο και δύσκολο ζήτημα, σε μεγάλο βαθμό συναφές και με το προηγούμενο ερώτημα. Θα αρκεστώ εδώ μονάχα να εξετάσω τα επιχείρηματα του Nagel. Όσον αφορά στο θέμα του θανάτου και σε σχέση με όσα έχω ήδη υποστηρίξει, η απάντησή μου οφείλει να είναι αρνητική. Προς το παρόν, όμως, δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για τη γενικότερη ισχύ του παραπάνω ερωτήματος. Η επιχειρηματολογία μου θα στηριχτεί στην ίδια βάση με την προηγούμενη ανάρτηση, οπότε δε θεωρώ απαραίτητο να αναλύσω διεξοδικά πάλι τη διαφορά μεταξύ του υποκειμένου σαν καθαυτό υποκείμενο ή σαν αντικείμενο του στοχασμού ενός άλλου υποκειμένου.

Στην ανάλυση των σελίδων 23-24, ο Nagel πιστεύει προφανώς ότι καταφέρνει να μας επισημάνει κάτι, ωστόσο αποτυγχάνει να πει ο,τιδήποτε πειστικό και η βασική αιτία είναι (α) η τεχνηέντως επιμελημένη σύνταξη και (β) τα λογικά άλματα.

(α) Γράφει: [ενν. υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι] «η απώλεια, η προδοσία, η εξαπάτηση και η κοροϊδία είναι κακά, επειδή οι άνθρωποι υποφέρουν όταν τα πληροφορούνται». Καταρχήν, να επισημάνουμε ότι πρόκειται για μια θέση την οποία ο Nagel επιχειρεί να αποδυναμώσει. Τώρα, γιατί «επειδή» και όχι «και»; Ποιοι είναι αυτοί που υποστηρίζουν το παραπάνω με ακριβώς αυτή τη σύνταξη, που χρησιμοποιεί ο Nagel; Για κάποιον αμύθητα πλούσιο η κλοπή ενός αυτοκινήτου μπορεί να μην τον κάνει να υποφέρει και ιδιαίτερα, ωστόσο μπορεί να παραδεχτεί την κλοπή σαν μια κακή κατάσταση του κόσμου (ας υποθέσουμε, χάριν του παραδείγματος, ότι ο ίδιος απέκτησε την τεράστια περιουσία του με καθαρά και τίμια μέσα :-D).

Με την αδύναμη ανάλυση αυτής της παραγράφου, το μόνο πράγμα που διαφωτίζεται είναι ότι πίσω από το χαρακτηρισμό ενός δεινού κρύβονται ουσιώδεις «λόγοι» - ας πούμε το σύστημα αξιών του υποκειμένου - και όχι απλά και μόνον μια δεδομένη κατάσταση. Φυσικά και συμφωνώ, ως προς αυτό: δεν μπορούμε να εξετάσουμε μια αποκομμένη στιγμή στη ζωή ενός ατόμου, ώστε να κρίνουμε τη δεινότητά της, αλλά χρειάζεται να γνωρίζουμε όλη την ιστορία ή τις δυνατότητες του ατόμου. Αλλά αυτό δε μας ενημερώνει παρά για τις αιτίες και τίποτε περισσότερο. Δεν αποδεικνύει τίποτε για την χωρο-χρονική εστίαση ή το σκεδασμό ενός δεινού. Η ιστορία κάποιου μπορεί να απλώνεται στο χώρο και το χρόνο, ωστόσο όταν εκφράζεται μέσω μιας δεδομένης κατάστασης, εκφράζεται σε πολύ συγκεκριμένη στιγμή και τόπο. Ακριβώς όπως το πιθανοκρατικό νεφέλωμα ενός ηλεκτρονίου αποκτά πολύ συγκεκριμένη υπόσταση και θέση με την παρατήρηση.

Με αυτά κατά νου, θεωρώ ότι το «επειδή» στην προηγούμενη φράση, δεν είναι λιγότερο ισχυρό από τη θέση του Nagel (δηλ. δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση την εξέταση των «λόγων» σε όποιον το επιθυμεί), αφού ερμηνεύει απλά το γιατί πχ. η προδοσία είναι κακό και όχι το γιατί κάποιος υποφέρει. Η προδοσία είναι κακό «επειδή» κάποιος υποφέρει από την ανακάλυψή της και υποφέρει από την ανακάλυψή της «επειδή» στην ηθική του έχει εντάξει την προδοσία με αρνητικό πρόσημο. (Να υπενθυμίσουμε, βέβαια εδώ, ότι έχουν προταθεί κατά καιρούς αξιακά και φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία αίρουν τον ανθρώπινο εγωισμό, σε βαθμό τέτοιο ώστε τα πρώτερα δεινά να φθίνουν σε ασήμαντες οχλήσεις ή ακόμη και να εξαϋλώνονται, παντελώς).

Συνεπώς, θεωρώ ότι ο Nagel δεν καταφέρνει τελικά να ανασκευάσει ο,τιδήποτε. Με άλλα λόγια, σε οποιονδήποτε στοιχειωδώς συγκροτημένο νου μπορεί να υπάρχουν ένα σωρό δυνατά κακά, αν όμως αυτά ουδέποτε εκφραστούν μέσω κάποιας κατάστασης δε συνιστούν απαραίτητα δεινό. Αν κάποιος θεωρεί ότι είναι κακό κανείς να σε προδίδει, ωστόσο από τύχη ή οποιονδήποτε λόγο ουδέποτε τον προδώσει κανείς, τότε η προδοσία δεν έχει συγκροτηθεί ποτέ ως δεινό στη ζωή του συγκεκριμένου ατόμου. Ακόμη και σε παθολογικές καταστάσεις, όπου η ψυχική ευημερία μπορεί να βλάπτεται από φοβίες χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό που συνιστά δεινό είναι η συγκεκριμένη «κατάσταση του νου».

(β) Δεδομένου λοιπόν ότι η κατανόηση των λόγων, για τους οποίους κάτι συνιστά δεινό, δεν υποδεικνύει καμία μετάθεση χρονικότητας μιας κακοτυχίας, αλλά μονάχα μια ερμηνεία της, τα συμπεράσματα της σελίδας 24:

«Επομένως θεωρώ ότι αξίζει να εξετάσουμε την άποψη πως η καλή και η κακή τύχη έχουν ως υποκείμενο ένα άτομο που προσδιορίζεται από την ιστορία και τις δυνατότητές του, και όχι απλώς από την κατάστασή του σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Επίσης ότι, παρόλο που η θέση του υποκειμένου μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια σε διαφορετικά σημεία στο χώρο και στο χρόνο, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα για τα καλά και τα κακά που του συμβαίνουν»

δεν αποτελούν σε καμμία περίπτωση συνεπαγωγή των προηγούμενων. Ως προς την πρώτη πρόταση της παραγράφου είμαι απολύτως σύμφωνος, ωστόσο αδυνατώ να αντιληφθώ κάποιον ισχυρό συλλογισμό (αν υπάρχει κάποιος) από τον οποίο προκύπτει η δεύτερη πρόταση.

- - -

Ωστόσο, διερωτώμαι αν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα η (απολύτως κατανοητή) άποψη ότι η ιστορία και οι δυνατότητες κάποιου δεν περιορίζονται στο χώρο και το χρόνο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η ιστορία και οι δυνατότητες δε συνιστούν ένα πραγματικό μέγεθος, αλλά μια προβολή του νου σε καταστάσεις περασμένες - οι οποίες έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί κι ούτε κατά διάνοια δεν πρόκειται να υπάρξουν ξανά - ή σε εικασίες μελλοντικές - οι οποίες δεν έχουν καμία ουσιαστική αξία, όχι περισσότερη από το αν θα βρέχει ή θα έχει λιακάδα σε δέκα χρόνια στη Σαγκάη. Αλλά είναι απολύτως συγκροτημένες σε ένα νου παρόντα και λειτουργικό, ο οποίος οφείλει την παρούσα του δομή στη ροή των παρελθόντων καταστάσεων, από τις οποίες διήλθε, και οποίος έχει μια ροπή και κάποιες δυνατότητες, σύμφωνες με την παρούσα του κατάσταση. Χωρίς να θέλω εδώ, απαραίτητα, να στοιχειοθετήσω μια ντετερμινιστική αντίληψη των πραγμάτων, αυτό που επιθυμώ να δείξω είναι ότι το παρελθόν ή το μέλλον είναι χρήσιμα ερμηνευτικά εργαλεία αλλά η μόνη ισχυρή βάση εξαγωγής συμπερασμάτων είναι η παρούσα θέση ενός ατόμου. Συνεπώς, για να αποτελεί κάτι δεινό θα πρέπει να εκφράζεται στην παρούσα αυτή θέση (άσχετα με το πώς ερμηνεύεται) και είτε ως γνώση, είτε ως συνέπεια-επίδραση, να καθιστά τη θέση ετούτη δυσάρεστη (αυτό το τελευταίο με επιφύλαξη). Τελικά, ο θάνατος αδυνατεί να εκφραστεί σε μια παρούσα κατάσταση ενός ατόμου, αφού το άτομο δεν είναι πλεόν παρόν.

(iii) Υπάρχει κάποια συμμετρία στην αντίληψη της μετα–θανάτιας ανυπαρξίας με την προ–γενετική;

Εδώ θα συμφωνήσω με το Nagel (για χάρη της συζήτησης θα δεχτώ την προσέγγισή του) ότι ο χρόνος, που μας στερείται από το θάνατο, καθιστά τη μετα-θανάτια ανυπαρξία ποιοτικά διαφορετική από την προ-γενετική, η οποία δεν υπονοεί τη στέρηση κάποιου χρόνου αλλά απλά την αφετηρία του. Δε συμμερίζομαι όμως, σε καμμία περίπτωση, τις επιφυλάξεις που αισθάνεται να εγείρονται από το παράδειγμα του Nozick, το οποίο θεωρώ εξωφρενικό. Έτσι, γι' ακόμη μια φορά, έρχεται στην επιφάνεια η θεμελιώδης μου αντίθεση με την αναλυτική φιλοσοφία, η οποία αισθάνεται ότι το οποιοδήποτε εξωπραγματικό παράδειγμα έχει να μας πει κάτι ουσιαστικό και χρήσιμο. Αυτό θα το δεχόμουν, φυσικά, στην περίπτωση που το παράδειγμα βρισκόταν σε κάποια ανεκτή αναλογία με την πραγματικότητα, πράγμα όμως που δε συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Αντιθέτως, το εκφυλιστικό παράδειγμα του Nagel είναι εξαιρετικής αναλογίας, εύστοχο και απολύτως πιστό σε αυτό που θέλει να εξετάσει. Το ζήτημα είναι, τελικά, πώς αντιλαμβανόμαστε εξαρχής το φιλοσοφικό πεδίο, μέσα στο οποίο πρόκειται να κινηθούμε. Προσωπικά, θεωρώ ότι δε δικαιούμαστε να εικάζουμε παρά μονάχα σε συμφωνία με την όποια πραγματικότητα ή με δυνατότητες που επιδέχονται, τουλάχιστον, μια κάποια εξέταση. Τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται, φυσικά, στο παράδειγμα των ανθρώπινων σπορών και τις συναφείς αερολογίες. Η ζωή δε μας δίνει καμία τέτοια ένδειξη, οπότε οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι τα δύο είδη ανυπαρξίας διαφέρουν ουσιαστικά, τελεία. Αν ποτέ γνωρίσω ένα τέτοιο σποράνθρωπο, είμαι πρόθυμος να επανεξετάσω.

Σε μικρότερο βαθμό τώρα, αμφιβάλλω επίσης και για τη θέση ότι η μεταθανάτια ανυπαρξία μας στερεί όντως κάτι ή, τέλος πάντων, κάτι που έχει νόημα να το εξετάσουμε φιλοσοφικά. Για να μας στερηθεί ο,τιδήποτε θα πρέπει πρώτα απ' όλα να μας ανήκει. Αδυνατώ να κατανοήσω αν η ζωή που μας στερεί ο θάνατος είναι, με κάποιον τρόπο, κτήμα μας. Η αντίληψη αυτή είναι ισοδύναμη με την φράση: «Έχω στην τσέπη μου ένα ευρώ και κάποιος με ληστεύει, αλλά είμαι εξαιρετικά κακότυχος γιατί αν είχα πάνω μου ένα εκατομμύριο ευρώ αυτή τη στιγμή θα ήμουν πάμφτωχος». Η αντίληψη ότι υπάρχει στο μέλλον ζωή που μας ανήκει μπορεί να είναι κατανοητή από ανθρώπινη, καθημερινή και συναισθηματική σκοπιά, αλλά θεωρώ ότι συνιστά λανθασμένη υπαρξιακή όσο και φιλοσοφική θέση. Η μόνη ζωή που μας ανήκει, πραγματικά, είναι η αυτή η παρούσα και φλέγουσα στιγμή, αυτή που λυσσομανάει στα σωθικά μας καθώς διαβάζουμε ετούτες τις γραμμές. Αυτό το σχεδόν αέναο παρόν είναι η μοναδική μας βεβαιότητα και η μοναδική περιουσία που μπορεί να μας αποστερήσει κανείς με το θάνατο. Αν ο Nagel θέλει, κατά βάθος, να πει ότι αυτό που μας αφαιρείται στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η ελπίδα μας, η προσδοκία μας να ζήσουμε περισσότερο και όχι ζωή καθαυτή τότε, για να μην επαναλαμβάνομαι, ας ανατρέξει κανείς σε όσα έχω ήδη αναφέρει στην προηγούμενη ανάρτηση. Ελλείψει ισχυρών αποδείξεων ή ενδείξεων, αρνούμαι να αντικειμενικοποιήσω τις ελπίδες ή τις φοβίες μου, γενικά τις προβολές του νου μου σε παρελθόν ή μέλλον και να στοιχειοθετήσω μια φιλοσοφική θέση σε φαντασιοκοπήματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα μπορούν κάλλιστα να είναι δυσάρεστα σαν τωρινή κατάσταση του μυαλού.

Για να διαπιστώσουμε το προφανές συχνά δε χρειάζεται παρά κοινή λογική. Η διαφορά της μετα-θανάτιας ανυπαρξίας από την προ-γενετική δε χρειάζεται περίτεχνους και δαιδαλώδεις συνειρμούς για να γίνει αντιληπτή, αλλά την απλή κατανόηση ότι πριν το θάνατο υπάρχει ήδη μια συνείδηση που καλείται να τον αντιμετωπίσει, ενώ πριν τη γέννηση δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο. Γιατί ποιος θα μπορούσε να μας διαβεβαίωσει ότι, αν υπήρχε συνείδηση και πριν τη γέννηση, δε θα αντιμετώπιζε ακόμη κι αυτή την ίδια τη γέννηση επίσης ως δεινό, ως μιαν αποστέρηση εκείνης της προ-γενετικής ύπαρξης; Τα πράγματα μοιάζουν έτσι πολύ απλά. Η γέννηση θέτει τέλος στην ανυπαρξία, ο θάνατος θέτει τέλος στην ύπαρξη. Ίσως, τελικά, το να συγκρίνουμε τα δύο είδη ανυπαρξίας μεταξύ τους να μην οδηγεί πουθενά, αλλά να είναι θεμελιώδους σημασίας το να εξετάσουμε τη διάταξή τους σε σχέση με την ύπαρξη. Ανυπαρξία που ακολουθείται από ύπαρξη και ύπαρξη που ακολουθείται από ανυπαρξία. Έτσι γίνονται τα πάντα ξεκάθαρα. Στο πρώτο αναγνωρίζουμε τη δημιουργία, στο δεύτερο την καταστροφή. Θεωρώντας τη γέννηση και το θάνατο ως κρίσιμα σημεία καμπής, αυτό που έχει νόημα να συγκρίνουμε είναι το πριν με το πριν ή το μετά με το μετά, και όχι το πριν με το μετά. Σε αυτό, πιθανότατα, κρύβεται και η αστοχία του Λουκρήτιου.

Και τα λοιπά (γενικές παρατηρήσεις)...

(*) Σελίδα 21: (Για την μακροχρόνια κατάψυξη και απόψυξη) «Δεν αρνούμαι, φυσικά, τα μειονεκτήματα που έχει κάτι τέτοιο. Στο μεσοδιάστημα, η οικογένεια και οι φίλοι του ατόμου μπορεί να έχουν πεθάνει, η γλώσσα να έχει αλλάξει και να λείπει η άνεση την οποία προσφέρει η οικειότητα με το κοινωνικό, γεωγραφικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Ωστόσο αυτά τα μικροπροβλήματα δεν εξαλείφουν τα βασικά πλεονεκτήματα της συνεχούς [...] ύπαρξης» (η υπογράμμιση δική μου). Ορίστε; Τα "μικροπροβλήματα"; Αν όλα αυτά θεωρούνται μικροπροβλήματα για τον ανθρώπινο ψυχισμό, τότε προφανώς ο Nagel ανήκει σε... άλλο ζωικό είδος και αδυνατεί ν' αντιληφθεί τη σημασία τους. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει επαρκής δυνατότητα άμβλυνσης των συγκεκριμένων απωλειών, χρειάζεται εξαιρετικό θράσος ή αναισθησία, προκειμένου να χαρακτηρίσει κανείς ως "μικροπροβλήματα" όλα τα παραπάνω. Διαισθάνομαι πως δε θα ήταν διόλου απίθανο για κάποιον ακόμη και ν' απαρνηθεί τη συνέχιση του βίου του, υπ' αυτές τις συνθήκες. Πιθανότερα, η ποιότητα της ζωής του θα μπορούσε να κατακρημνιστεί σε τόσο χαμηλά επίπεδα και για τόσο πολύ καιρό, που δύσκολα θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις ευτυχισμένο ένα τέτοιο πλάσμα. Μην υποτιμάμε, επίσης, το γεγονός ότι ακόμη κι αυτό το θετικό πρόσημο, που απομένει στη ζωή, όπως το αντιλαμβάνεται ο Nagel, δεν είναι απαραίτητα επιλογή ή στάση συνειδητή, αλλά η ίδια η ζωική ορμή που ξεπερνάει τον άνθρωπο και ορίζει την ίδια τη ζωή, ως συμβάν. Άρα ακόμη και η ελάχιστη επιθυμία επιβίωσης δεν είναι συνετό να καταλογιστεί εξ' ολοκλήρου στο υποκείμενο, όχι περισσότερο απ' όσο μπορεί να του καταλογιστεί η αναπνοή ή η πέψη. Ετούτη η μικρή λεπτομέρεια του κειμένου, με παρακινεί να αναρωτηθώ μήπως ο Nagel προσεγγίζει λιγάκι αψήφιστα θέματα εξαιρετικά βαρύνουσας σημασίας.

(*) Σελίδα 21: «Ο θάνατος, ωστόσο, είναι ένα δεινό απ' το οποίο ο Σέξπιρ έχει υποφέρει σε μεγαλύτερο βαθμό από τον Προυστ». Ποιος έχει υποφέρει;;; Έλεος!

(*) Άστοχη θεωρώ, στη σελίδα 21-22, την έκφραση ότι ο θάνατος «περιλαμβάνει μακρές περιόδους μη ύπαρξης». Μακρά μπορεί να θεωρηθεί μια περίοδος με μήκος και γι' αυτό το λόγο πεπερασμένη, οσοδήποτε μεγάλη κι αν είναι. Ο θάνατος όμως περιλαμβάνει (μέχρι αποδείξεως του εναντίου) μια περίοδο άπειρη, μόνιμη και αμετάκλητη, άρα μη συγκρίσιμη κι ασύμβατη με τις αναλογίες που προτείνει ο Nagel για κατάψυξη και απόψυξη. Οι «μακρές περιόδοι μη ύπαρξης» υπονοούν κάποτε και τη λήξη τους. Αν ο συγγραφέας πιστεύει ότι κάτι τέτοιο αντιπροσωπεύει και την κατάσταση του θανάτου, τότε μάλλον κάναμε... τσάμπα όλη αυτή την συζήτηση!

(*) Στη σελίδα 22 διαβάζουμε: «Συχνά υποστηρίζεται ότι όσοι αντιδρούν στο θάνατο κάνουν το λάθος να προσπαθούν να φανταστούν πώς είναι το να είσαι νεκρός». Μα που πας και τα βρίσκεις ρε Nagel; Τι πάει να πει «συχνά υποστηρίζεται»; Εγώ πρώτη φορά πληροφορούμαι τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, την οποία και θεωρώ βεβαίως αρκούντως βλακώδη. Δηλαδή, πόσο ανόητος μπορεί να είναι κάποιος ώστε να νομίσει ότι θα καταφέρει κάτι με αυτό τον τρόπο; Αλλά κι αν ακόμη το δεχτούμε σαν τακτική μερικών, θεωρεί ο αγαπητός Nagel ότι συνιστά μια εξαιρετικά ισχυρή φιλοσοφική θέση, η οποία χρήζει αναφοράς και ανασκευής σε ένα αξιοπρεπές φιλοσοφικό δοκίμιο; Χάθηκαν οι σοβαρότερες αντιδράσεις ή απλώς είναι δυσκολότερη η αντιμετώπισή τους, οπότε ασ' το καλύτερα; Τα σχόλια δικά σας.

28 Δεκ 2007

Ερωτήματα ναι, θανάσιμα όχι τόσο... [Part 2]

(ii) Υφίσταται κάποιο υποκείμενο αυτή την κακοτυχία;

Σύμφωνα με το 2ο από τα αποσπάσματα που παρέθεσα στο πρώτο μέρος, ο Nagel ισχυρίζεται ότι μπορεί κανείς να είναι υποκείμενος ενός δεινού όχι μόνον εξαιτίας της ικανότητάς του να υποφέρει άμεσα, αλλά επίσης εξαιτίας της διάψευσης μιας ελπίδας ή της ακύρωσης κάποιας δυνατότητας. Η πρόταση αυτή φαίνεται ότι φιλοδοξεί να άρει την έννοια του δεινού πάνω από την ύπαρξη του φυσικού προσώπου, έτσι ώστε ο άνθρωπος να βλάπτεται ακόμη κι αν, ως υλικό σώμα, δεν υφίσταται πλέον. Ωστόσο, ο Nagel αδυνατεί να μας υποδείξει που ακριβώς εδράζονται αυτές οι ελπίδες–δυνατότητες μετά από την άρση ετούτη. Μα φυσικά πουθενά! Μια ελπίδα, μια προσδοκία είναι μια κίνηση, μια κατάσταση του νου. Όταν ο φυσικός νους πάψει να υπάρχει τότε, ελλείψει κάποιου μεταφυσικού πεδίου, η ελπίδα δεν μπορεί να προεκταθεί από μόνη της. Δε μπορεί να εκπληρωθεί ή να απογοητευτεί, όταν η νευροφυσιολογική δομή από την οποία πήγαζε βρίσκεται ήδη σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Μπορεί, όμως, κάλλιστα να προεκταθεί και να πάθει όλα τα προαναφερθέντα μέσα στο μυαλό των ανθρώπων που απαρτίζουν το στενό περιβάλλον του θανόντος ή, πολύ χειρότερα, μέσα στο μυαλό του φιλοσόφου. Όταν ο φιλόσοφος φτάνει σε συμπεράσματα, όπως αυτά του Nagel, είναι γιατί η όποια ελπίδα–δυνατότητα συνεχίζει να προβάλλεται μέσα στο δικό του νου. Να το πω και αλλιώς: η ευημερία (και η δυστυχία) μπορεί να αντλεί από μια κατάσταση του κόσμου, ωστόσο δεν είναι αυτή η ίδια η κατάσταση του κόσμου κι έτσι αποτυγχάνει να επιβιώσει μετά θάνατον ως τέτοια κατάσταση. Επιβιώνει όμως ως κατάσταση του νου των άλλων. Αυτή η αμηχανία λογικής συνέπειας οδηγεί το Nagel, στη σελίδα 26, να παραδεχτεί ότι: «Πάντως, αν επέλθει απώλεια, κάποιος θα πρέπει να τη βιώσει [...]».

Ας δώσω επιπλέον κι ένα μικρό παράδειγμα, αφού έχω πια πειστεί ότι στην εποχή μας κανείς δεν παίρνει τα επιχειρήματά σου στα σοβαρά, αν δε μπορείς να τα συνοδεύσεις με κάποιο αρκούντως εξωπραγματικό φαντασιοκόπημα. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να φανταστούμε ότι σε κάποιον απομακρυσμένο πλανήτη, στην άλλη άκρη του Γαλαξία, υπάρχει ένας μοναδικός κάτοικος, ένα μοναδικό πλάσμα που βρέθηκε εκεί, ποιος ξέρει πώς (ίσως ο κοσμικός άνεμος να μετέφερε κάποιον από τους σπόρους του Nozick). Ας υποθέσουμε, τώρα, ότι η μοναχική αυτή ύπαρξη έχει μια μόνο χαρά στη ζωή της: τη φροντίδα ενός όμορφου τριαντάφυλλου (σαν κι εκείνο του μικρού πρίγκιπα, αν κι ετούτο είναι ένα κοινό τριαντάφυλλο, δίχως ομιλία και νοημοσύνη). Ας φανταστούμε, λοιπόν, τις σκέψεις αυτού του πλάσματος, καθώς ξυπνάει κι όπως κάθε ημέρα τρέχει να φροντίσει με λαχτάρα τη μοναδική του συντροφιά. Αλλά όπως τρέχει σκοντάφτει και πέφτοντας χτυπάει το κεφάλι του, πεθαίνοντας ακαριαία. Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι, εφόσον υποθέσαμε ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος εκεί τριγύρω κι ούτε πρόκειται κανείς ποτέ να μάθει κάτι γι’ αυτή την ιστορία, τότε οφείλουμε να αρνηθούμε τον οποιονδήποτε στοχασμό, να παγώσουμε το νου μας και ν’ απομείνουμε μονάχα με αυτή την εικόνα ενός πλάσματος που μέχρι πριν λίγες στιγμές έτρεχε όλο λαχτάρα και τώρα κείτεται άψυχο στο χώμα. Αν ο τίμιος αναγνώστης μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί ότι το πλάσμα είναι κακότυχο, θα πρέπει να του υπενθυμίσω ότι ο ίδιος είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής, ένας νους που γνωρίζει και στοχάζεται κι όπως είπαμε δεν υπάρχει κανείς άλλος που να γνωρίζει. Τώρα, λοιπόν, πού ακριβώς θα μπορούσε κάποιος να στηρίξει την κακοτυχία του παράδοξου αυτού κατοίκου; Η τελευταία σκέψη που είχε ήταν χαρά και λαχτάρα κι επόμενη σκέψη δεν υπήρχε. Η ζωή που ακυρώθηκε, η ζωή που θα μπορούσε να είναι, δεν αποτελούν παρά δικές μας σκέψεις (και μάλιστα σκέψεις εκ των υστέρων) και τίποτε άλλο. Δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε από την αντίληψη αυτού που κάποτε υπήρχε αλλά δεν υπάρχει πια. Τη στιγμή που κατέφτασε ο αναπάντεχος θάνατος όλη ετούτη η φασαρία του νου σίγησε αυτοστιγμεί και διαπαντός. Τελεία.

Μετά από τα προηγούμενα, λοιπόν, αδυνατώ να κατανοήσω αυτή την εμμονή κάποιων με τη μεταθανάτια εκπλήρωση ή απογοήτευση ελπίδων, προσδοκιών ή συμφερόντων. Μπορώ να δεχτώ ότι μια καταγεγραμμένη επιθυμία (νοούμενη σαν μια τάξη πραγμάτων) μπορεί να ικανοποιηθεί ή να προσβληθεί μετά θάνατον, αλλά δε νομίζω ότι αυτή συνδέεται με κάποιον τρόπο με την καλοτυχία ή κακοτυχία, αυτού καθαυτού, του θανόντος, αλλά περισσότερο των… κληρονόμων του. Έπειτα μια τέτοια επιθυμία παύει πλέον, μετά θάνατον, να είναι η επιθυμία (ή ελπίδα, ή προσδοκία, ή απογοήτευση) κάποιου. Είναι νέτα–σκέτα «μια επιθυμία» και όχι «η επιθυμία κάποιου». Δεν είναι, τίποτε περισσότερο, από μια συμβολαιογραφική πράξη, μια νομική πρόταση. Συνεπώς, αρκεί πιστεύω να δεχτούμε ότι ο θάνατος είναι ένα συμβάν που δεν συμβάλλει διόλου στην κακοτυχία κανενός, άπαξ κι επέλθει, αφού κανείς δεν είναι τότε εκεί να τον βιώσει. Για το αντίθετο, νομίζω ότι τα επιχειρήματα δεν είναι ισχυρά ή έστω σαφή.

Η παρεξήγηση

Η παρεξήγηση θεωρώ ότι οφείλεται στη διατύπωση: ο θάνατος είναι δεινό όχι γι’ αυτό που μας στερεί αλλά γι’ αυτό που πρόκειται να μας στερήσει. Εννοώ έτσι ότι η απαξίωση του θανάτου δεν έγκειται στην απώλεια καθαυτή – αφού τότε δεν υπάρχει υποκείμενο – αλλά στην αγωνιώδη γνώση, στην αναπόφευκτη έλευση.

Στη σελίδα 21, ο Nagel υποσημειώνει:

«Συχνά υποστηρίζεται ότι αυτό που πραγματικά εννοούμε (ενν. μιλώντας για το θάνατο) είναι η διαδικασία του θανάτου. Ωστόσο δεν θα είχαμε αντίρρηση με τη διαδικασία, αν το επακόλουθο δεν ήταν ο θάνατος».

Έλεος! Μα ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται «διαδικασία του θανάτου» και όχι «διαδικασία του τραμπολίνο»! Το σχόλιο είναι παντελώς άστοχο, αν και λογικώς ορθό, όπως θα μπορούσε κανείς ορθότατα να ισχυριστεί πως ο ποταμός δεν είναι η κοίτη του. Δεν έχει κανένα νόημα, όμως, να μιλήσουμε για τη διαδικασία ξέχωρα από το αποτέλεσμά της. Εδώ η αναλυτική πομφολυγο-σοφία δίνει πάλι ρέστα. Δεν έχει νόημα να αποδομούμε, συνεχώς, τα πάντα. Αν ορίσουμε ως δεινό «τη διαδικασία εκείνη η οποία οδηγεί στο θάνατο» τότε κανείς δεν δικαιούται να απομονώσει, στην ανάλυσή του, τη διαδικασία από το αποτέλεσμα. Ο θάνατος δεν είναι μια παρανόηση, που προστέθηκε ως "τσόντα" σε μια διαδικασία που προϋπήρχε ανεξάρτητα από αυτόν, αλλά αποτελεί - σύμφωνα με μια προοπτική - το τελευταίο στάδιο μιας πολύ φυσικής διαδικασίας γέννησης-ωρίμανσης-γήρανσης. Ακόμη κι αν κάποτε καταφέρναμε να εκμηδενίσουμε το τελευταίο "επαχθές" στάδιο, υπάρχουν δύο ενστάσεις: ο θάνατος μπορεί να επέλθει με χίλιους-δυο διαφορετικούς τρόπους, πέραν της γήρανσης, κι επιπλέον υπάρχουν συνιστώστες της διαδικασίας που παραλήψαμε. Η γνώση του θανάτου, η μακάβρια αναμονή και η αναπόφευκτη έλευση, στοιχειοθετούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας και δεινό, από μόνα τους. Αν αποσπάσεις το θάνατο από τη διαδικασία, ακυρώνεις την τελευταία, δεν υπάρχει πια διαδικασία, το οποίο φυσικά είναι άτοπο. Τελικά, είναι καταφανές πως ο θάνατος και η διαδικασία του αποτελούν ένα άρρηκτα δεμένο σύνολο, ένα όλον. Τέρμα.

Νοώντας λοιπόν την ίδια τη ζωή ως διαδικασία θανάτου, αφού καταλήγει αναπόφευκτα σε αυτόν, γίνεται αντιληπτό πως αυτή η αναμονή του τέλους, αυτή η αντίστροφη μέτρηση, αποτελεί από μόνη της το δεινό που μας απασχολεί. Εδώ, φυσικά, δεν υπονοώ ότι, συνεκδοχικά, η ίδια η ζωή ως διαδικασία θανάτου αποτελεί δεινό. Ίσως, όμως, μια όψη της ζωής να είναι όντως αποτρόπαια. Ο άνθρωπος που στοχάζεται πάνω στο ίδιο του το τέλος, που επαναστατεί για τη συνέχεια που διακόπτεται, για τη ζωή που παύει και απόλλυται, ο άνθρωπος ετούτος βιώνει ένα δεινό και αυτό δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος αλλά το αναπόδραστό του και η ψυχολογική δυσφορία που προκύπτει από αυτό. Η κακοτυχία των ανθρώπων πηγάζει από αυτή την κατάσταση του κόσμου, ο οποίος επιτρέπει την ύπαρξη του θανάτου σε πλάσματα απροετοίμαστα και αμήχανα ενώπιόν του.

Αλλά μπορούμε να πάμε ακόμη πιο πέρα και να υποστηρίξουμε ότι ακόμη κι αυτή η βεβαιότητα του πέρατος, που βαραίνει τη ζωή στους ώμους μας, δεν καθιστά το θάνατο pe se ένα ύστατο και αδιαμφισβήτητο δεινό, αφού τελικά είναι η στάση μας απέναντί του (ή απέναντι στη ζωή) αυτή που τον καθιστά δεινό ή λύτρωση. Θα πρέπει, ωστόσο, να παραδεχτώ ότι συμφωνώ με το Nagel ως προς αυτό:

«Σε γενικές γραμμές αυτή η άποψη έχει ως εξής: υπάρχουν στοιχεία που, αν προστεθούν στην εμπειρία κάποιου, καθιστούν χειρότερη τη ζωή. Αλλά ό,τι απομένει αν παραβλεφθούν δεν είναι απλώς ουδέτερο: είναι σαφέστατα θετικό. Επομένως η ζωή αξίζει να βιώνεται ακόμα κι όταν υπάρχει πλήθος αρνητικών στοιχείων στην εμπειρία μας και τα θετικά στοιχεία είναι πολύ αδύναμα για να υπερβούν τα αρνητικά. Το επιπλέον θετικό πρόσημο παρέχεται από την ίδια την εμπειρία και όχι από κάποιο στοιχείο του περιεχομένου της». (σελ. 20)

Συνεπώς, οφείλουμε να περιορίσουμε τη δεινότητα του θανάτου στον απολύτως απαραίτητο βαθμό, ήτοι στην αποστέρηση αυτού και μόνο του βιώματος, της ζωτικής εμπειρίας, του υπάρχειν. Διαισθάνομαι – χωρίς ιδιαίτερη βεβαιότητα ομολογώ – ότι κάθε άλλη δυσαρέσκεια, η οποία φαίνεται να πηγάζει από την αγωνία του θανάτου, μπορεί να αποδοθεί γενικότερα στη στάση ζωής που επιλέγει κανείς, στην αντίληψη του βίου και όχι, εξ' ολοκλήρου, στον ερχομό του τέλους.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το όνειρο ενός ανθρώπου είναι να αποκτήσει δικό του σπίτι και, για το σκοπό αυτό, εργάζεται σαν το σκυλί για κάποια χρόνια, έως ότου καταφέρνει να μαζέψει ένα αξιοπρεπές κεφάλαιο. Με τα πολλά (και με τη βοήθεια επιπλέον ενός σεβαστού δανείου, πολύ της μόδας στην εποχή μας), κάποια στιγμή το σπίτι ολοκληρώνεται, αλλά στον πρωταγωνιστή μας γίνεται διάγνωση καρκίνου, εξαιρετικά επιθετικής μορφής, και μέσα σ' ένα μήνα πεθαίνει. Μπορούμε, φυσικά, να αποφανθούμε ότι ο θάνατος στέρησε, από τη δύστυχη αυτή ύπαρξη, τη δυνατότητα να χαρεί το όνειρό της και αυτό συνιστά την τραγωδία της. Δικαιούμαστε όμως, επίσης, να πούμε ότι δεν είναι ούτε ο θάνατος, ούτε η απώλεια, ούτε καν το αντικείμενο της απώλειας η πηγή της κακοτυχίας, αλλά η στάση του υποκειμένου απέναντι στο τελευταίο. Αν άνθρωπος αυτός δεν θυσίαζε την καθημερινή του ζωή και τις άμεσες, απτές χαρές της στο βωμό ενός νεφελώδους μελλοντικού ονείρου, αν δεν ξεπουλούσε τη σημερινή του ευημερία για τη «μέλλουσα ζωή», τότε ίσως το τίμημα να μη φάνταζε το ίδιο βαρύ. Ίσως να λέγαμε στάθηκε άτυχος, μα όχι κακότυχος. Και, φυσικά, οι προηγούμενες σκέψεις είναι συνεπείς, ως προς τις θέσεις που υπερασπίστηκα νωρίτερα, καθώς στο παράδειγμα που παρέθεσα, θεωρώ πως η κακοτυχία δεν οφείλεται τόσο στην απώλεια της προσδοκούμενης απόλαυσης ενός νεότευκτου ενδιαιτήματος, αλλά στην κατασπατάληση ζωής ούσας και χρόνου κερδηθέντος με κόπο, από το έρεβος της ανυπαρξίας.

Χωρίς να αποκλείσουμε τις προσδοκίες και τα όνειρα των ανθρώπων, ως βασικούς όρους του προβλήματος της ζωής και του θανάτου, μπορούμε να υιοθετήσουμε μια στάση που «περιορίζει» την ευημερία του ατόμου στο απολύτως απαραίτητο: στο παρόν βίωμα. Αν το κέντρο βάρους της ευδαιμονίας μετατοπιστεί από τις εικασίες του μέλλοντος και τα φαντάσματα του παρελθόντος στο μόνο πράγμα, το οποίο δικαιούμαστε να ισχυριζόμαστε ότι «κατέχουμε» σε κάποιο βαθμό, το αιώνιο παρόν, τότε αυτή η αλλαγή στάσης θεωρώ ότι έχει κάτι να μας πει. Δεν εξετάζω, φυσικά, εδώ κατά πόσον είναι πάντα εφικτό να γίνεται κάτι τέτοιο. Απλώς, το προτείνω τελικά σαν διέξοδο κι επιπλέον σαν ένδειξη της σχετικότητας του δεινού εκείνου, που στοιχειοθετείται ενώπιον του θανάτου αλλά δυσκολευόμαστε να το εντοπίσουμε κάπου συγκεκριμένα.

[Συνέχεια εδώ...]

Ερωτήματα ναι, θανάσιμα όχι τόσο... [Part 1]

Θα προσπαθήσω εδώ να θίξω, σε μια σειρά αναρτήσεων, κάποια ζητήματα που προκύπτουν από το δοκίμιο «Θάνατος», στο βιβλίο του Thomas Nagel «Θανάσιμα ερωτήματα» (Εκδ. Πολύτροπον). Το δοκίμιο είναι, επίσης, συναφές με ένα διάλογο που αναπτύχθηκε εδώ, στο blog.theorein. Έως ότου καταφέρω να μελετήσω μια ευρύτερη βιβλιογραφία, ως επαρκή αφετηρία για την επιχειρηματολογία μου θα θεωρήσω την προσέγγιση του Nagel, μια ιδέα της οποίας παίρνουμε από τις παρακάτω φράσεις του πρώτου δοκιμίου:

«Επίσης ότι, παρόλο που η θέση του υποκειμένου μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια σε διαφορετικά σημεία στο χώρο και στο χρόνο, αυτό δεν ισχύει απαραίτητα για τα καλά και τα κακά που του συμβαίνουν». (σελ. 24) [Απόσπασμα 1]

«Εάν οι αντιρρήσεις δεν ισχύουν, αυτό θα οφείλεται στο ότι βασίζονται σε μια λανθασμένη εικασία για τη χρονική σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο της κακοτυχίας και τις περιστάσεις που τη συνιστούν. Εάν, αντί να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στο υπερμέγεθες παιδί μπροστά μας, εξετάσουμε τον άνθρωπο που υπήρξε κάποτε και τον άνθρωπο που θα μπορούσε να είναι τώρα, τότε ο υποβιβασμός της κατάστασής του και η ακύρωση της φυσικής του εξέλιξης ως ενήλικα αποτελούν μια απολύτως κατανοητή καταστροφή»
. (σελ. 25) [Απόσπασμα 2]

«Ένας άνθρωπος είναι υποκείμενο του καλού και των δεινών, αφενός επειδή έχει ελπίδες που μπορεί να εκπληρωθούν ή όχι, όπως και δυνατότητες που μπορεί να πραγματοποιηθούν ή όχι. Αφετέρου, για την ικανότητά του να υποφέρει και να απολαμβάνει. Αν ο θάνατος είναι δεινό, πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυτούς τους όρους και η αδυναμία να τον εντοπίσουμε μέσα στη ζωή δεν θα πρέπει να μας απασχολεί». (σελ. 26) [Απόσπασμα 3]

Μπορούμε να θεωρήσουμε συμπερασματικά ότι η προσέγγιση του Nagel επικεντρώνεται στην εξής συνεπαγωγή:

(1) Με το θάνατο αφαιρείται από τον άνθρωπο αυτό που θα μπορούσε να είναι αν η ζωή του συνέχιζε.

(2) Συνεπώς, ο άνθρωπος ακόμη και νεκρός βλάπτεται, εφόσον βλάπτονται οι προσδοκίες του.

(3) Άρα ο θάνατος είναι δεινό για τον άνθρωπο, έστω κι αν ο άνθρωπος δεν είναι πια.

Ζητώ συγνώμη αν η παραπάνω διατύπωση στερείται επαρκούς αυστηρότητας, αλλά η τριβή μου με τη φιλοσοφική γλώσσα και τα φιλοσοφικά εργαλεία είναι ακόμη εξαιρετικά περιορισμένη. Θέλω να πιστεύω, όμως, ότι ο τίμιος αναγνώστης κατανοεί την παραπάνω συνοπτική διατύπωση. Οφείλω, φυσικά, να επισημάνω πως οποιαδήποτε παρατήρηση ή διόρθωση είναι κάτι περισσότερο από καλοδεχούμενη, είναι επιθυμητή.

Πίσω στην ουσία τώρα. Γενικά, μπορώ να δεχτώ την πρόταση (1) (αν και θεωρώ πως δεν εμπεριέχεται σε αυτή κανένα ουσιαστικό νόημα) αλλά θεωρώ προβληματική την (2) και τη δευτερεύουσα της (3). Όσες φορές κι αν μελέτησα το παραπάνω δοκίμιο (όπως και τη συναφή συζήτηση στο «Θεωρείν») ομολογώ ότι αδυνατώ συλλάβω αν στη θέση (ή πίστη), ότι μπορεί να βλάπτονται οι προσδοκίες κάποιου χωρίς ο ίδιος να είναι πλέον εν ζωή, εμπεριέχεται επίσης κάποιο ουσιαστικό νόημα. Ή καλύτερα, ακόμη κι αν η προηγούμενη θέση στέκεται νοηματικά, ποια μπορεί να είναι η επιρροή της στην κατάσταση ενός νεκρού όντος. Ως προς την κατανόηση του προηγούμενου, θεωρώ ότι η θέση του Nagel και λοιπών φιλοσόφων δεν είναι επαρκώς και ξεκάθαρα διατυπωμένη. Ένα μέρος της ασάφειας αίρεται, πιστεύω σχετικά εύκολα, με κάποιο στοιχειώδη προσδιορισμό εννοιών, που παραπαίουν στο κείμενο, εννοιολογικά μετέωρες. Για παράδειγμα, σε μια συνολική θεώρηση, τόσο του δοκιμίου του Nagel όσο και του αντίστοιχου διαλόγου στο «Θεωρείν», προκύπτουν τα εξής ερωτήματα–ασάφειες:

(α) Η έννοια της ευημερίας (αντίστοιχα της δυστυχίας) ενός ατόμου αναφέρεται - εξ’ ορισμού της λέξης - στις ημέρες που απαρτίζουν το βίο του και, συνεπώς, δεν νοείται λοιπόν ευημερία μετά θάνατον. Με άλλα λόγια, η ευημερία παύει όταν παύουν οι ημέρες. Αν τα φιλοσοφικά λεξικά έχουν να παρουσιάσουν μια διαφορετική, συνολικότερη ερμηνεία του όρου αυτό το αγνοώ και θα χαρώ κάποιος να με πληροφορήσει περί αυτής. Διαφορετικά, καλό θα ήταν να οριστεί εξ’ αρχής η όποια «ευημερία» με μια καινούργια λέξη ή, έστω, με κάποια μεταφορική σημασία. Προφανώς, πολλοί φιλόσοφοι δεν θεωρούν χρέος τους να ξεκαθαρίσουν τις έννοιες που χρησιμοποιούν (κυρίως γιατί, όπως έχω ήδη θίξει εδώ, ασχολούνται με το σινάφι τους και μόνον).

(β) Το αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει και με την περίπτωση του «συμφέροντος». Όταν κάποιος έχει συμφέρον για κάτι ή από κάτι, θεωρώ – αν δεν απατώμαι – πως είναι ευνόητο, αυτός ο κάποιος, να έχει και κάποιαν απολαβή από το αντικείμενο του συμφέροντος. Για να υπάρχει, όμως, απολαβή θα πρέπει να υπάρχει και κάποιος αποδέκτης. Αν δεν υπάρχει (γιατί ο τελευταίος έχει πεθάνει) τότε δε δικαιούμαστε πλέον να μιλάμε για ικανοποιημένο «συμφέρον», αλλά ίσως για μια κάποια άλλη λέξη. Για μια ακόμη φορά, οι έννοιες μοιάζουν κακώς ορισμένες δημιουργώντας παρανοήσεις και παρεξηγήσεις.

(γ) Ο θάνατος δεν υπάρχει per se, παρά μόνο χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή σημειολογία. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη είναι περισσότερο συναισθηματική, τίποτε περισσότερο από μια προσωποποίηση σαν κι εκείνη που απέδιδε ο Σαίξπηρ στο Έλεος, τη Δικαιοσύνη και άλλες ιδέες. Αυτό που έχει υπόσταση, ό,τι γίνεται αντιληπτό είναι μόνον η ζωή. Ο θάνατος δεν είναι παρά ένας όρος που εκφράζει τη λήξη της ζωής, την ακύρωσή της. Δεν εκφράζει ούτε μια ιδιότητα που μπορεί να αποδοθεί κάπου, αφού το τελευταίο δεν υπάρχει πλέον για να του αποδοθεί κάτι (αυτό όμως θα απαντηθεί συνολικότερα, πιο κάτω). Ο θάνατος δεν εκφράζει καν "κάτι", παρά εκφράζει μια μετάβαση, μια φθίνουσα σχέση ή μάλλον αυτή καθαυτή τη λήξη μιας σχέσης. Όταν επέλθει ο θάνατος, τότε ο ίδιος δεν είναι πλέον. Είναι ειρωνικό, ωστόσο ο θάνατος είναι θνησιγενής.

(δ) Στο κείμενό του, ο Nagel (και όχι μόνον) έχει την αφελή συνήθεια να συγχέει την προσωπική αντίληψη κάποιου για τη ζωή του με την αντίληψη που μπορεί να έχουν οι άλλοι για το ίδιο θέμα. Με αυτή την παρατήρηση λύνονται ένα σωρό «παράδοξα», όπως θα δείξω αργότερα. Ο ίδιος ο Nagel μοιάζει να μετατοπίζει ύποπτα το κέντρο βάρους της ανάλυσης πότε στο υποκείμενο και πότε στον περίγυρο του υποκειμένου ή ακόμη και τον ίδιο το στοχαστή. Έτσι, δίχως σταθερή προοπτική, καταφέρνει να «αποδείξει» ό,τι τον συμφέρει. Για παράδειγμα, αναφέρει στη σελίδα 20: «Δεν θα εξετάσω την αξία που η ζωή ή ο θάνατος έχουν για τους άλλους ή την αντικειμενική αξία τους, αλλά μόνον την αξία που έχουν για το υποκείμενό τους», ενώ στη σελίδα 26: «Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, απομένει το πτώμα του και, ενώ ένα πτώμα μπορεί να υποφέρει τις ίδιες δυσάρεστες περιπέτειες με ένα έπιπλο, δεν είναι κατάλληλο αντικείμενο οίκτου. Ο άνθρωπος, ωστόσο, είναι». Μα για να είναι κάποιος «αντικείμενο οίκτου» θα πρέπει, προφανώς, να υπάρχει και ένα υποκείμενο (προφανώς διαφορετικό απ' τον αποδημήσαντα) που να στοχάζεται πάνω στο αντικείμενο. Ας αποφασίσει, λοιπόν, ο φιλόσοφος τίνος τις αντιλήψεις εξετάζουμε: του «αντικειμένου» ή του«υποκειμένου»;

(ε) Αν και το παράδειγμα του Nagel – αυτό με τον εκφυλισμό του ενηλίκου σε νήπιο – αγγίζει τα όρια του εξαιρετικού, ωστόσο για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να αποφύγουμε μια απροσμέτρητη αερολογία του Nozick. Το παράδειγμα της υποσημείωσης, στη σελίδα 29, είναι πράγματι εξωφρενικό και δεν αντιλαμβάνομαι τι καταδεικνύει περισσότερο: την ευφυία των αναλυτικών φιλοσόφων ή τη βλακεία τους! Για να σοβαρευτούμε τώρα, με την ίδια ελαφρότητα που ο Nozick υπονοεί ότι μπορεί να κάνει εικασίες για τη ψυχολογία αυτών των υποθετικών σπορανθρώπων – αν είναι δυνατόν! από ποια σχολή θεωρείται αυτό φιλοσοφικά έγκυρο; – τότε με την ίδια ελαφρότητα επιμένω κι εγώ ν’ αμφισβητώ ότι υπάρχει τρόπος να προσεγγίσουμε τα συναισθήματά τους, ότι αυτό αποτελεί ξεχωριστό, ανύπαρκτο προς το παρόν, κλάδο της ψυχολογίας κι ότι, τελικά, η κακοτυχία τους θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, αφού η ζωή που χάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι ζωή που θα μπορούσαν, όντως, να ζήσουν ενώ η ζωή που τους στερεί ο θάνατος είναι μονάχα μια υπόθεση, ένα αποκύημα φαντασίας κι ελπίδας. Το παράδειγμα καταφέρνει επιτυχώς να μας υποδείξει κάτι παντελώς άχρηστο για της ζωή μας, κάτι παντελώς ξένο με την πραγματικότητα και τη φύση της ανθρώπινης ζωής.

Όσον αφορά τώρα στο δοκίμιο του Nagel, σε γενικές γραμμές συμφωνώ απόλυτα με τη δομή του κειμένου, καθώς και με την κομψή μέθοδο της ανάλυσης. Ωστόσο, διαφωνώ με αρκετά από τα επιχειρήματά του, αν και όχι πάντα με τη θέση που αυτά υπερασπίζονται. Απλώς, θεωρώ ότι δύνανται να υπάρχουν πιο απλοί και εύστοχοι συλλογισμοί. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, με τη σειρά καθένα από αυτά τα σκοτεινά σημεία.

Η βασική θέση του δοκιμίου, λοιπόν, είναι πως ο θάνατος αποτελεί δεινό όχι καθαυτός, αλλά εξαιτίας της απώλειας της ζωής, που αυτός συνεπάγεται. Κι επιπλέον, όχι ακριβώς εξαιτίας της ίδιας της απώλειας αλλά της φύσης του απολωλότος. Σύμφωνα με το Nagel, από μια τέτοια θέση που αποδέχεται το θάνατο ως δεινό προκύπτουν τα παρακάτω τρία ερωτήματα:

(i) Μπορεί κάτι να είναι κακό χωρίς να είναι δυσάρεστο;

(ii) Υφίσταται κάποιο υποκείμενο αυτή την κακοτυχία;

(iii) Υπάρχει κάποια συμμετρία στην αντίληψη της μετα–θανάτιας ανυπαρξίας με την προ–γενετική;

Στις επόμενες αναρτήσεις θα προσπαθήσω ν' ασχοληθώ, αναλυτικότερα, με καθένα από αυτά τα ερωτήματα.

[Συνέχεια εδώ...]




2 Δεκ 2007

Πολίτες ελευθέρων ηθών...

Σε κάποια συζήτηση περί φιλελευθερισμού και ελευθεριακότητας στο blog.theorein.org (*) είχε ειπωθεί και η εξής άποψη, όσον αφορά στην αναγκαιότητα παρέμβασης του κράτους στις προσωπικές επιλογές των πολιτών: πως δηλαδή εφόσον κράτος και πολίτης συμφωνήσουν ως προς το τι είναι καλό για τον τελευταίο, τότε το πρώτο δικαιούται να τον εξαναγκάσει να παραμείνει πιστός στα πλαίσια, που από κοινού οριοθέτησαν. Με πιο απλά λόγια, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι στόχος του οδηγείν είναι να φτάσει κάπου με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια, αλλά παράλληλα αμελεί συνειδητά να φορέσει ζώνη ή κράνος, τότε το κράτος οφείλει να παρέμβει και να τον εξαναγκάσει να τα φορέσει. Στην περίπτωση αυτή, η παρέμβαση του κράτους δε θεωρείται ότι περιορίζει την ελευθερία του ατόμου, στον βαθμό που απλά τον "βοηθά" να παραμείνει πιστός στις επιλογές του.

(*) Πάμε πάλι: το Theorein έχει σταματήσει να εκπέμπει, εδώ και χρόνια. Από το προσωπικό μου αρχείο, το ξεχασμένο άρθρο, σε μορφή pdf. Εδώ.

Στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να αντικρούσω το επιχείρημα αυτό, του θεμιτού δηλαδή μιας παρόμοιας παρέμβασης. Θα υποστηρίξω, λοιπόν, ότι σε μια φιλελεύθερη κοινωνία και όσον αφορά στις καθαρά προσωπικές επιλογές του ατόμου που δεν βλάπτουν κανέναν άλλο, είναι όμως πιθανόν να προκαλέσουν βλάβη στο ίδιο το άτομο, ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να περιορίζεται μόνο σ' εκείνον της ενημέρωσης και της πειθούς. Για να το επιτύχω αυτό θα εισάγω δύο έννοιες ακόμη: (α) την έννοια της προσωπικής ωρίμανσης και (β) εκείνη του τιμήματος. Επιπλέον, στην παρακάτω ανάλυση, δέχομαι εκείνη τη θεώρηση του «κλασικού» φιλελευθερισμού, σύμφωνα με την οποία ένα φιλελεύθερο κράτος δεν είναι ασύμβατο με την κοινωνική πρόνοια και την εξομάλυνση των αδικιών, αλλά συντρέχει και συνεπικουρεί. Επίσης, για χάρη της συζήτησης, αισθάνομαι ότι πρέπει να υιοθετήσω ένα συμβατικό ηλικιακό όριο μέχρι το οποίο η παρέμβαση, είτε κρατική είτε οικογενειακή, να είναι απαραίτητη για την προστασία του «ανήλικου» ατόμου. Η φύση και η ποιότητα αυτής της παρέμβασης δεν είναι του παρόντος. Η κουβέντα που θα κάνουμε ασχολείται με το πέρας του ορίου αυτού, δηλαδή με το «ενήλικο» άτομο.

Είναι ευνόητο, θέλω να πιστεύω, για οποιαδήποτε θεωρία που υποστηρίζει ότι μεριμνά για τον ίδιο τον άνθρωπο, ότι βασική της έννοια είναι η ευημερία αυτού. Θα δεχτώ εδώ, χωρίς περαιτέρω απόδειξη (όμως το θέτω υπό συζήτηση, εφόσον κάποιος αμφιβάλλει), ότι η έννοια της ευημερίας ενέχει ως αναπόσπαστο περιεχόμενο και εκείνη της προσωπικής ωρίμανσης. Για την ωρίμανση αυτή μπορούμε να πούμε τα παρακάτω. Κάθε άνθρωπος γεννιέται όχι μόνο με ικανότητες και ταλέντα αλλά, επίσης, με ατέλειες και αδυναμίες. Πολύ περισσότερο όμως κι από τη γενετική τροχοπέδη, οι αναρίθμητες επιρροές που βομβαρδίζουν το άτομο αδιαλείπτως καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του δρουν ανασταλτικά στην ευημερία του. Με άλλα λόγια, κάθε άτομο καλείται να αντιπαλέψει καθημερινά όχι μονάχα τους προσωπικούς του δαίμονες αλλά και τα εμπόδια που ορθώνονται από το περιβάλλον του κι από τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα άτομα. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, θεωρώ ζωτικής σημασίας να υπάρχει μια απρόσκοπτη πορεία ωρίμανσης. Για την ανάγκη αυτής της συζήτησης θεωρώ ως ωρίμανση τη διαδικασία εκείνη καλλιέργειας του σκέπτεσθαι και του πράττειν, η οποία οδηγεί το άτομο στην καλύτερη δυνατή διαχείρηση της εσωτερικής του ζωής (σκέψη, συναισθήματα, κλπ) αλλά και της εξωτερικής (επικοινωνία, συμβίωση, κλπ) και την εξετάζω ξεχωριστά από την οποιαδήποτε συνεπικουρία.

Επιπλέον και χωρίς τις γνώσεις εκείνες ψυχολογίας και παιδαγωγικής, ώστε να μπορώ να υποστηρίξω με παραπομπές την παρακάτω θέση, θεωρώ ότι κάθε σωστή διαδικασία μάθησης και ωρίμανσης περιλαμβάνει, εκ των ων ουκ άνευ, και κάποιο αντίστοιχο τίμημα. Το τίμημα μπορεί να είναι είτε (α) άμεσο σαν συνέπεια μιας λανθασμένης επιλογής, είτε (β) έμμεσο σαν συνέπεια μιας καθ’ όλα επιθυμητής επιλογής, η οποία όμως μας στερεί κάποιες άλλες δυνατότητες. Μια στοιχειώδης παιδαγωγική προσέγγιση (αλλά και διαισθητικά νομίζω το κατανοούμε) μας διδάσκει ότι το λάθος είναι μια απαραίτητη διαδικασία της μάθησης, ένα ατόπημα που το «επιθυμούμε» για να ορίσουμε και να αντιληφθούμε πληρέστερα το ορθό. Ωστόσο, για να προλάβω ευνόητες ενστάσεις, δεν εννοώ να επιδιώκουμε το λάθος αλλά (α) ότι δε είναι δυνατόν να το αποφύγουμε και (β) να το εκμεταλλευόμαστε άπαξ και συμβεί. Η ιστορία οποιασδήποτε θετικής επιστήμης μας αποκαλύπτει ακριβώς αυτό: όσες κι αν ήταν οι λαμπρές και εμπνευσμένες συλλήψεις, υπήρξαν στον αντίποδά τους άλλες τόσες (και περισσότερες) παρερμηνείες, παραδοξολογίες, ανοησίες, οι οποίες ήρθησαν με τον καιρό. Το τίμημα του λάθους, λοιπόν, είναι απαραίτητο για την διαδικασία της μάθησης, της ωρίμανσης, της ευημερίας. Η σοβαρότητα ή το αμετάκλητο του λάθους αποτελεί απλώς μια διαβάθμιση λάθους και δεν ακυρώνει την ισχύ της προηγούμενης πρότασης. Όπως επίσης η ελαφρότητα και η ασημαντότητα του λάθους δεν αναιρεί την προσπάθεια να το αποφύγουμε ή να το προλάβουμε. Ως εδώ δε δημιουργείται καμία αντίφαση, εκτός ίσως από την περίπτωση που το λάθος προλαμβάνεται από παράγοντες έξωθεν του ατόμου, που πιθανόν να υποπέσει σε αυτό. Μια παρόμοια παρέμβαση σώζει προφανώς το άτομο, ακυρώνει όμως συνάμα τη διαδικασία της μάθησης, συνεπώς κι εκείνη της ευημερίας. Για να προλάβω τις αντιδράσεις στο "συνεπώς", θεωρώ πως η παρεμβατικότητα δε δημιουργεί μόνο αντίδραση αλλά πολύ συχνά και επανάπαυση, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης. Όταν κάποιος άλλος μεριμνά για τη ζωή μας ως φυσική συνέπεια επέρχεται η άγνοια και η μαλθακότητα. Κατ' αυτήν την έννοια, εξάρτηση σημαίνει μειωμένη ευημερία.

Είναι αναμενόμενο, στο σημείο αυτό, να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει στις περιπτώσεις εκείνες που το τίμημα αυτό είναι αρκούντως μεγάλο, τραγικά επιζήμιο για την προσωπική ασφάλεια και, κατ’ επέκταση, την ευημερία του ατόμου. Στην περίπτωση αυτή, εξακολουθω να πιστεύω ότι η μόνη παρέμβαση, στην οποία έχει δικαίωμα να προβεί η πολιτεία, είναι αυτή της ενημέρωσης/συμβουλευτικής και της χρήσης πειθούς. Δεν υπάρχει άλλοθι για κάτι περισσότερο. Ούτε για ημίμετρα, βεβαίως. Η παραμικρή χαραμάδα παρέμβασης μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε χάσμα αγεφύρωτο, μετατρέποντας το άτομο και την ελευθερία του σε εργαλείο χειραγώγησης (βλ. παρακάτω). Ενστάσεις αναφέρονται, καμιά φορά, ως προς την αδυναμία του κράτους να συμβουλέψει ή να πείσει τον καθένα ξεχωριστά. Αυτή η θέση νομίζω δεν στέκει. Με τη λογική αυτή θα έπρεπε, κατ' αναλογία, το κράτος να μην μεριμνά για την παιδεία ακριβώς γιατί αδυνατεί να παράσχει ένα δάσκαλο σε κάθε μαθητή. Ωστόσο, μπορεί η ενημέρωση να γίνεται σε ομάδες, με χρήση ήδη υπάρχοντων μηχανισμών ή θεσμών (σχολεία, πανεπιστήμια), με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε, κλπ. Είναι άστοχο να υποστηρίζουμε το αντίθετο όταν το κράτος φαίνεται εξαιρετικά ικανό στην ενημέρωση όταν αυτή αφορά σε προεκλογικές εκστρατείες των κομμάτων, σε φορολογικές ή άλλες αυξήσεις και όλα τα σχετικά.

Αν τώρα, παρ’ όλα αυτά, οι πράξεις του ατόμου το οδηγήσουν τελικά σε δυσμενή θέση, αυτό δε σημαίνει ότι το κράτος πρόνοιας δικαιούται να αρνηθεί τη συνδρομή του, αλλά θα πρέπει να παραμείνει δεσμευμένο προς το άτομο, σε ό,τι αφορά μια ανθρωπίνως στοιχειώδη κάλυψη. Δεν ακυρώνει δηλαδή η παράτολμη ενέργεια τη δέσμευση αυτή, όπως θα βιαζόταν να συμπληρώσει με ψιλά γράμματα η οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία.

Για παράδειγμα, όταν μια ομάδα ορειβατών επιχειρεί μια παράτολμη κατάκτηση και στην πορεία εγκλωβίζεται σε κάποια χαράδρα, το κράτος είναι υπεύθυνο να οργανώσει μια επιχείρηση διάσωσης. Από την πλευρά της σωστικής ομάδας, βέβαια, θεωρώ ότι κανένα μέλος δε θα πρέπει να είναι υποχρεωμένο να ριψοκινδυνεύσει παρά μόνο στο βαθμό που και γι’ αυτό – με τη σειρά του – μια τέτοια απόφαση θα αποτελούσε ελεύθερη προσωπική επιλογή. Ειπώθηκε σε περίοδο μεγάλων πυρκαγιών στις ΗΠΑ - και συμφωνώ απόλυτα - από κάποιους πυροσβέστες: αν μερικοί επιμένουν να εκδράμουν στα διάφορα καταφύγια, σε περιόδους αυξημένης επικινδυνότητας για πυρκαγιά και παρά τις προειδοποιήσεις, τότε να μην περιμένουν να ρισκάρουμε εμείς τις ζωές μας για χάρη τους. Δεκτό ως στάση των πυροσβεστών, άκυρο ως στάση της πολιτείας της οποίας χρέος είναι να αναζητήσει αν υπάρχουν άτομα που θα επιχειρούσαν την ενδεχόμενη διάσωση.

Εδώ μοιάζει να δημιουργείται ένα παράδοξο: η θεωρία αυτή φαίνεται να επιθυμεί και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Από τη μία να έχουμε πολίτες που δρουν όπως τους «καπνίσει» και από την άλλη μια πολιτεία που πρέπει να συνδράμει τον κάθε «τρελό», που θα θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Φανταστείτε πχ. τα ποσά που ξοδεύονται κάθε χρόνο από τα ασφαλιστικά ταμεία για ανθρώπους που δεν φορούσαν κράνος ή ζώνη. Στο σημείο αυτό, νομίζω, επανέρχεται επιτακτικά η έννοια του τιμήματος. Με ποιον τρόπο θα επιθυμούσε ένα κράτος (κατ’ επέκταση μια κοινωνία πολιτών) να συντηρεί το δικαίωμα στην ελευθερία δίχως αυτή η ελευθερία να οδηγεί σε κάποιας μορφής ή βαθμού δυσάρεστα αποτελέσματα; Εδώ δε μιλάμε για φιλοσοφικές ουτοπίες, μιλάμε για μια θεώρηση της ελευθερίας που να μπορεί να μπει σε εφαρμογή. Μέσα στην ελευθερία που εμπεριέχει τη δυνατότητα του λάθους, απαραίτητου για την ωρίμανση, υπάρχουν παράπλευρες συνέπειες που δεν είναι θεμιτό να τις προλαμβάνουμε αλλά μόνον να τις συντρέχουμε. Αυτό είναι το τίμημα. Σε αντίθετη περίπτωση, μοιάζει να είναι η πολιτεία εκείνη που επιθυμεί και την ακεραιότητα της πίτας, και τον κορεσμό του κυνός.

Η επικύρωση της παρέμβασης στην προσωπική ελευθερία, όσον αφορά στις προσωπικές επιλογές που δεν βλάπτουν άλλον, είναι επίσης εξαιρετικά ύποπτη και μπορεί να μετατραπεί σε ένα πολύ καλό εργαλείο ελέγχου, οποιασδήποτε μορφής. Έχει ειπωθεί η εξής άποψη:

«Ας πάρουµε το παράδειγµα της ζώνης ασφαλείας ή του κράνους: οι ελευθεριακοί επιµένουν ότι κανείς δεν πρέπει να υποχρεώνεται διά νόµου στις παραπάνω ενέργειες, αφού αφορούν τον ίδιο προσωπικά και το σώµα του. Σίγουρα, είναι κακό να επιβάλεις σε κάποιον κάτι «για το καλό του» όταν εκείνος απλά διαφωνεί µε την άποψη ότι αυτό το κάτι είναι, πράγµατι, για το καλό του. Όταν, όµως, συµφωνεί απολύτως µαζί σου, αυτός ο πολύ σηµαντικός λόγος εκλίπει: κάθε λογικός άνθρωπος, αν ερωτηθεί πριν ξεκινήσει το πρωί για τη δουλειά του ή για ένα ταξίδι ποιες είναι οι βασικές του προτεραιότητες όταν οδηγεί, θα απαντήσει ότι πρωτίστως θέλει να φθάσει σώος και ασφαλής, ακολούθως να µην βλάψει κάποιον άλλο και µετά να φθάσει στην ώρα του, να µην ταλαιπωρηθεί κλπ. Αν, ακόµα, τον ρωτήσουµε, πιο συγκεκριµένα, αν θα θυσίαζε τη ζωή ή την υγεία του προκειµένου να αποφύγει µία πολύ µικρή ενόχληση, θα θεωρούσε αυτονόητη την απάντηση ότι αυτά τα δύο δεν αξίζει καν να µπουν στη ζυγαριά. Κι όµως, όταν ο ίδιος αυτός άνθρωπος µπαίνει στο αυτοκίνητό του, για κάποιον εντελώς ανόητο λόγο προκρίνει αυτό το οποίο – µε βάση ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ εκτίµηση- είναι το λιγότερο σηµαντικό - ή έστω πολύ λιγότερο σηµαντικό από αυτό που διακυβεύεται: δε βάζει ζώνη και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή/υγεία του για να µην νιώσει µία ελάχιστη –ειδικά µε τις σύγχρονες ζώνες ασφαλείας- ενόχληση. Εδώ δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να µην του φορέσουµε µε το ζόρι τη ζώνη – αφού θα τον βοηθήσουµε απλά να κάνει αυτό που εκείνος θέλει, να αποφύγει µία παράλογη –σύµφωνα µε τον ίδιο- απόφαση και όλα αυτά χωρίς την παραµικρή έκφραση αποδοκιµασίας απέναντι στη γνώµη του, τον τρόπο ζωής του κλπ.»

Το παραπάνω απόσπασμα έχει τις αναμενόμενες αδυναμίες ενός ξερού αποσπάσματος, αποκομμένου απ’ το γενικότερο πλαίσιο του άρθρου. Ωστόσο εδώ δεν αποζητώ την κριτική προς τον γράφοντα και τη γενικότερη άποψή του – που ούτως ή άλλως είχε τεθεί σε διαφορετικό πλαίσιο. Μ’ ενδιαφέρει, απλά, να εξετάσω το συγκεκριμένο επιχείρημα. Θεωρώ, λοιπόν, ότι «μπάζει» από πολλές πλευρές:

α) Ο θεωρητικός άνθρωπος που πρωταγωνιστεί στο παράδειγμα δεν είναι σε καμία περίπτωση σίγουρο πως θ’ απαντήσει με τον παραπάνω τρόπο. Θα μπορούσε να πει επίσης πχ. «Η ζώνη δεν μου είναι πάντα απαραίτητη. Εγώ θα κρίνω πότε είναι, αναλόγως του τρόπου που σκοπεύω να οδηγήσω» ή «Στόχος μου είναι μεν να φτάσω σώος στον προορισμό μου, αλλά όχι απαραίτητα με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια. Η αδρεναλίνη που εκρίνω κατά τη διαδρομή είναι κάτι που μ’ ευχαριστεί και το αποζητώ. Τη βρίσκω με το ρίσκο» ή «Το συναίσθημα του να οδηγάς χωρίς κράνος είναι τόσο όμορφο, ώστε αξίζει να το βιώνουμε μια φορά στο τόσο». Το πρόβλημα έγκειται (α) στο ότι δεν ορίζουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο την ασφάλεια ή το ρίσκο, (β) το ρίσκο, ακόμη και για την ίδια πράξη, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με την εμπειρία, τις ικανότητες ή αλλους παράγοντες (πχ. πάνω σ' ένα τεντωμένο σχοινί δεν είναι ίδιο το ρίσκο για έναν ακροβάτη και για έναν φιλόδοξο αδαή από το κοινό) και (γ) στην απόλυτη ισχύ ενός νόμου, πχ. μπορώ μονάχα να επιλέξω να κάνω ή να μην κάνω κάτι εξ' ολοκλήρου, όχι όμως να επιλέξω κατά βούληση πότε ή πόσο συχνά θα το κάνω.

β) Από το τελευταίο σχόλιο, συνεκδοχικά, είναι άσκοπο να ορίζουμε μια ελευθερία επιλογών δίχως την ελευθερία να επιλέγουμε ή όχι τις επιλογές μας. Για τι είδους ελευθερία μιλάμε αν μπορώ να επιλέξω την (προσωπικά) ασφαλή οδήγηση αλλά να μην μπορώ να επιλέξω να μην την επιλέξω; Τι νόημα έχει η ελευθερία επιλογής αν είμαι τελικά υποχρεωμένος να επιλέγω μόνο τα «ορθά»;

γ) Με την ίδια λογική του παραπάνω επιχειρήματος θα μπορούσαμε να ακυρώσουμε ένα σωρό άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες, πολλές από τις οποίες αποτελούν και ιδανικά της κοινωνίας μας. Παραδείγματα ουκ ολίγα:

– Κανείς, φυσικά, δε μας απαγορεύει να τρώμε ό,τι ή όσο θέλουμε, αλλά βεβαίως κανένας άνθρωπος δεν επιθυμεί η διατροφή του να τον οδηγήσει σε «πρόωρο» θάνατο. Ως γνωστόν όμως, τα λιπαρά είναι βλαβερά και μακροπρόθεσμα οδηγούν σε καρδιοπάθειες και εμφράγματα. Συνεπώς, αν κάποιος επιθυμεί να τρώει συχνά σε fast food ή χοντρές χοιρινές μπριζόλες οφείλει το κράτος να παρέμβει και να τον σώσει από τον…εαυτό του ή να απαγορεύσει δια νόμου τις χοιρινές μπριζόλες.

– Ένας μαραθωνοδρόμος έχει φτάσει στα όρια της εξάντλησης. Παραπατάει και οι σωματικές του λειτουργίες φθίνουν η μία μετά την άλλη. Ωστόσο, το πείσμα και η δύναμη της θέλησης του δίνει επιπλέον δυνάμεις. Η «ψυχή» του λυσσασμένη τον βοηθά να κάνει ένα βήμα ακόμη. Τερματίζει, το πλήθος τον καταχειροκροτεί ενθουσιασμένο, αλλά εκεί αφήνει την τελευταία του πνοή. Για κάποιους είναι ήρωας. Αν το ρωτούσαμε πριν τον αγώνα αν θα ήθελε να φτάσει σώος στη γραμμή του τερματισμού, δεν πιστεύω ότι θα διαφωνούσε. Γι’ αυτό το λόγο, ορθό θα ήταν, λίγο πριν το τέλος να μπουν οι αστυνομικοί στο στίβο και να τον μαζέψουν σηκωτό, προκειμένου να τον σώσουν! Δια νόμου, θα ήταν επίσης συνετό να απαγορευθεί σε οποιονδήποτε αθλητή να κουράζεται υπερβολικά.

– Ο Νιλ Άρμστρονγκ ετοιμάζεται να μπει στον πύραυλο που θα τον οδηγήσει στη σελήνη ή ο Χριστόφρος Κολόμβος στο πλοίο που θα τον οδηγήσει στην Αμερική. Φυσικά και οι δύο επιθυμούν να επιστρέψουν σώοι, το εγχείρημα όμως είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και οι πιθανότητες επιβίωσης περιορισμένες. Πρέπει το κράτος να ακυρώσει τα πάντα και να συμμαζέψει τους δύο άμυαλους νέους, φυσικά, πάντα για το καλό τους. Επίσης, θα έπρεπε να ψηφιστεί κατάλληλη νομοθεσία που να καθιστά παράνομο κάθε διάπλου του Ατλαντικού ή κάθε επανδρωμένη προσπάθεια εξερεύνησης του Ηλιακού Συστήματος.

– Είναι ευνόητο πως κάθε πολίτης επιθυμεί να περπατά στους δρόμους ασφαλής. Δυσανασχετεί με τις κάμερες παρακολούθησης. Το κράτος όμως τις επιβάλει, παρ’ όλα αυτά, προκειμένου να πατάξει την εγκληματικότητα και να επεμβαίνει ταχύτερα και αμεσότερα. Να του προσφέρει την «ασφάλεια» που, ούτως ή άλλως, κι εκείνος επιθυμεί.

Έχει γίνει κατανοητό, πως θα μπορούσε κανείς να γράψει εκατομμύρια παραδείγματα που να καταδεικνύουν το άστοχο των παραπάνω επιχειρημάτων.

Συγκεφαλαιώνω λοιπόν: τόσο ορθότερα λειτουργεί μια πολιτεία, όσο ωριμότερα λειτουργούν οι πολίτες της. Τόσο ωριμότερα λειτουργούν οι πολίτες όσο πιο ελεύθερα – ή καλύτερα ανεμπόδιστα – αφήνονται να ωριμάσουν. Τόσο πιο ελεύθερα ωριμάζει κάποιος όσο πιο ελεύθερα αντιλαμβάνεται τις αιτίες και τις συνέπειες των πράξεών του. Τόσο πληρέστερα συμβαίνει το τελευταίο όσο πιο περιορισμένες είναι η παρεμβατικότητα, η νουθεσίες και τα «κηρύγματα» και όσο ευρύτερα είναι ο διάλογος, η πειθώ, η ενημέρωση, όπως δυστυχώς και το τίμημα. Στην φράση «Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εφόσον δε βλάπτεις κάποιον άλλον» δεν υπάρχει καθόλου χώρος για «Αλλά», παρά μόνο συνταγογραφημένο από ψυχίατρο. Υπάρχει τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε μια ζωντανή και ασφαλή μαριονέτα κι ένα θνητό ελεύθερο πολίτη. Η ζωή, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είναι ο γυάλινος, αποστειρωμένος πύργος του μπαμπά και της μαμάς. Οι πατερναλιστικοί νόμοι που επιχειρούν να επιβάλλουν μια τέτοια τάξη πραγμάτων απέχουν μακράν της πραγματικότητας και αποτελούν αποκύημα αναιμικής ψυχοσύνθεσης και αρρωστημένης ανασφάλειας. Όταν φυσικά δεν ενέχουν - ως συνήθως - ξεκάθαρα οικονομικά κίνητρα, πχ. πρόστιμα, αγορά νέου εξοπλισμού, κλπ. Εντάξει, το καταλάβαμε λοιπόν ότι από τη ζωή θα μας προφυλάξει το Κράτος. Από το Κράτος όμως ποιος θα μας προφυλάξει;

27 Οκτ 2007

Αν η Φιλοσοφία παίζει κάποιο ρόλο τότε... υποκρίνεται!

Δε θα μπω, φυσικά, στην παγίδα να αναζητήσω πραγματικά ρόλο στην φιλοσοφία. Αυτόν ας τον αναζητήσουν οι ακαδημαϊκοί. Ας τον ανακαλύψει ο καθένας μας στη ζωή του. Δεν έχω σκοπό να χαθώ σε δαιδαλώδεις ορισμούς και ατέρμονες επιχειρηματολογίες. Εγώ θα μιλήσω για τη φιλοσοφία εκείνη που δεν ντύνεται κανένα ρόλο γιατί αναβλύζει πηγαία και ακατασίγαστη από την εσώτερή μας ύπαρξη, από την ίδια μας την κραυγή. Όχι γιατί υποτιμώ οποιαδήποτε άλλη μορφή της. Ακόμη και η διύλιση του κώνωπα κάτι έχει να μας προσφέρει (κι ας έχω πει και μια κουβέντα παραπάνω, βρε αδερφέ). Ωστόσο, ο μόνος φιλόσοφος, με την πλήρη έννοια της λέξης (ποια είναι αυτή πάρτε την άσκηση για το σπίτι), είναι εκείνος που προτείνει ο Νίτσε, δηλαδή αυτός που δίνει το παράδειγμα. Όχι αυτός που δίνει ένα παράδειγμα, αλλά που δίνει το παράδειγμα. Μόνο τότε μπορεί να έχει την αξίωση να εκτιμηθεί η θεωρία του. Με άλλα λόγια είναι ο φιλόσοφος της δράσης. Οι άλλοι δεν είναι παρά υπάλληλοι της φιλοσοφίας. Ίσως φιλότιμοι, ακούραστοι, ειλικρινείς, όμως υπάλληλοι. Ή χομπίστες. Καλλιεργημένες και χορτάτες διάνοιες, εγκέφαλοι ξεχειλίζοντες φαιάς ουσίας, οι οποίοι αναζητούν της ηθική της πράξης ξέχωρα από την πράξη την ίδια. Με αληθοφανή και επιμελώς (ή τεχνηέντως) κατασκευασμένα παραδείγματα υφιστάμενα σε αόριστα παράλληλα σύμπαντα αδυνατούν να κάνουν το άλμα στο σύμπαν το δικό μας. Παρασυρμένοι από την αλαζονεία της ίδιας τους της ευφυίας θαρρούν πως θα τα λύσουν όλα μέσα στη χοντροκεφάλα τους. Δεν είναι έτσι.

Όπως επίσης δε λέω πως ένας φιλόσοφος πρέπει σώνει και καλά να υποφέρει. Αν δεν έχει υποφέρει όμως είναι καταδικασμένος στην αποστείρωση της λογικής. Θα δουλεύει πάντα με τη μισή αλήθεια, γιατί το Σύμπαν τριγύρω μας δεν είναι λογικό. Όχι στο βάθος του. Δε θα καταπιαστώ εδώ με το πρόβλημα του παράλογου. Με έχουν προλάβει άνθρωποι με πολύ ανώτερη φιλοσοφική κατάρτιση. Εδώ όμως μιλάω για το φιλόσοφο που υποφέρει, γιατί του έλαχε να υποφέρει. Για το φιλόσοφο που φιλοσοφεί μάλλον γιατί υποφέρει. Για εκείνον που η ζωή και ο κόσμος γύρω του δεν είναι γιομάτος μονοπάτια και σκαλοπάτια που τον περιμένουν να τα ανακαλύψει, αλλά ορθώνεται λείος και ανυπέρβλητος. Για το φιλόσοφο μιλάω εκείνον που αγωνίζεται να λαξεύσει με τα ίδια του τα νύχια τα σκαλοπάτια του κι έτσι η φιλοσοφία του έχει κάτι από το αίμα του ανθρώπου, από την αγωνία του. Σκοπός μου δεν είναι να θολώσω τα νερά της λογικής με άστοχο και άγονο ψευτο-συναισθηματισμό. Ωστόσο, στοχεύω σε ένα συναισθηματισμό εύστοχο και γόνιμο, τον οποίο θεωρώ εκ των ων ουκ άνευ. Σε μια μελαγχολία της ύπαρξης, η οποία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για μία αξιόλογη φιλοσοφική στάση, δηλαδή μια στάση που δεν εκτροχιάζεται σε λεκτικά ευφυολογήματα και λογικές σπαζοκεφαλιές. Στη συνέχεια, λοιπόν, θα αναλύσω μερικά θέματα που εικάζω ως σημαντικά για μία σωστή φιλοσοφική θεώρηση.

1. Το ουσιαστικό και το ουσιαστικοποιημένο.

Καμιά φορά ορισμένες μορφές του φιλοσοφείν μου δίνουν την εντύπωση μιας σκέψης χαμένης στην κοσμάρα της. Η αναλυτική φιλοσοφία, για παράδειγμα, πρέπει να παραδεχτώ πως είναι ένα πολύ ισχυρό εργαλείο του νου και, πέρα από τα συναισθηματικά φορτισμένα ξεσπάσματά μου, θεωρώ πως είναι απαραίτητη στο φιλοσοφικό μας οπλοστάσιο. Ωστόσο, συχνά μου δίνει την εντύπωση πως ενώ ένας πόλεμος εξελίσσεται τριγύρω της, μια λυσσαλέα μάχη του ανθρώπου με την ίδια του την ύπαρξη, εκείνη στέκεται σε απόσταση και με τις άριστες σκοπευτικές της ικανότητες εξασκείται σε μπουκάλια και κονσέρβες, στη χειρότερη, ή αγωνίζεται να φιλοτεχνήσει άρτια αισθητικά σχεδιαγράμματα της μάχης, στην καλύτερη. Έγραφε ο Ν. Εγγονόπουλος το 1948 - αν και δεν ήταν φιλόσοφος με την στερεότυπη έννοια της λέξης - "τούτη η εποχή / του εμφύλιου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση / κι άλλα παρόμοια...". Αυτό φοβάμαι καμιά φορά, λοιπόν, ότι ασχολούμαστε με "άλλα παρόμοια". Θα αναλύσω περισσότερο αργότερα. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι άριστος κάτοχος της αναλυτικής φιλοσοφίας, ώστε να μπορώ να κρίνω με τη αυτοπεποίθηση μιας αυθεντίας. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία, καθώς χρησιμοποιώ για γνώμονα την ίδια τους τη "γκρίνια" (βλ. Cogito, τεύχη 3 & 4, Εκδ. Νεφέλη) αλλά και την δική μου ενστικτώδη απώθηση, την οποία αισθάνομαι κάθε που βρίσκομαι αντιμέτωπος με την εφαρμογή μιας αυτοϊκανοποιούμενης μαθηματικής λογικής στα ανθρώπινα.

Όχι δεν είμαι αντίθετος στον ορθολογισμό, αλίμονο! Θεωρώ, παρ' όλα αυτά, ότι ο ορθολογισμός πρέπει κάπου να σταματάει και να παραδίδει τη σκυτάλη σε μιαν φιλοσοφική διαίσθηση, η οποία θα γεφυρώνει τα χάσματα και θα αίρει τα αδιέξοδα στα οποία υποπέφτει το λογικό. Όμοια, με τη σειρά του, το λογικό οφείλει να βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση και να συνετίζει το θυμικό όποτε αυτό τείνει να ξεφύγει σε φαντασιοκοπήματα και ουτοπικά παραληρήματα ή πνίγεται από την αγωνία και τη ματαιότητα. Αυτή η χρυσή τομή είναι κατ' εμέ το ζητούμενο της φιλοσοφίας, ή μάλλον της φιλοσοφικής προσέγγισης. Λέω όχι στην αποστειρωμένη λογική η οποία με το νυστέρι της απόλυτης διαύγειας αίρει κάθε ενότητα των εννοιών και εξαντλεί το (αν όχι και εξαντλείται στο) ελάχιστο, αφού το μόνο που έχει στα χέρια της δεν είναι παρά το τεμαχισμένο.

Ο φιλόσοφος χρειάζεται να καλλιεργεί μια ψύχραιμη επίγνωση, μια "γλυκύτητα" της σκέψης, και να διαισθάνεται πότε πρέπει να σταματήσει την ανάλυση και να κάνει ένα βήμα πίσω. Ένα βήμα που θα τον βοηθήσει να διακρίνει το όλον και να το μπολιάσει, όπου χρειάζεται, με μικρά βλαστάρια της καρδιάς. Δε μπορείς να στοχάζεσαι πάνω στον πόνο ή το θάνατο χωρίς λίγη θλίψη για όλα τα πλάσματα που υπέφεραν και πέθαναν στους αιώνες, ακόμη κι αν τελικά η σκέψη σε οδηγήσει σε μονοπάτια φωτεινά. Δεν είναι δυνατόν να διανοηθείς πάνω στην ηθική ή την ηθικότητα με μόνο εφοδιο την ψυχρή λογική, δίχως ένα ελάχιστο νοητικό άλμα σεβασμού. Ας πούμε, ποιο το νόημα ενός παρόμοιου παραδείγματος (*) που καταδεικνύει ότι μπορεί κάποιος να φερθεί με ηθικώς επιλήψιμο τρόπο, κληροδοτώντας από πρόθεση ένα ελαττωματικό γονίδιο, χωρίς να βλάπτει κάποιο συγκεκριμένο άτομο, αφού δεν έχει γεννηθεί κανείς ακόμη; Αν μετά από χρόνια, στον απόγονο αυτόν αποκαλυφθούν τα πάντα για την προμελέτη, πιστεύει κανείς στ' αλήθεια ότι παρόμοια επιχειρήματα και συλλογιστικές θα τον έκαναν να αποδεχτεί την πρόθεση της μητέρας του και να ξεπεράσει την τύχη του χαμογελώντας και λέγοντας "δεν πειράζει, αφού δεν υπήρχε τότε κανείς για να βλαφτεί"; Τέτοια παραδείγματα δεν οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σε καμία ουσιαστική γνώση παρά μόνο σε συλλογισμούς συνεπείς προς κάποια ηθική μα όχι προς τον άνθρωπο.

Ολοκληρώνω, λοιπόν, επιλέγοντας όχι απλά μια φιλοσοφία που ξεκινάει από το θυμικό, αλλά που συμπορεύεται με αυτό. Μια φιλοσοφία ίσως με μια απόχρωση ψυχολογίας και λίγο άρωμα ποίησης.

(*) Όπως έχω επισημάνει ξανά, το blog Theorein δε λειτουργεί, εδώ και χρόνια. Τυπωμένη έκδοση υπό μορφή pdf, από το προσωπικό μου αρχείο, εδώ.

2. Στη βράση κολλάει ο... φιλόσοφος.

Ανάλογη με την προηγούμενη θέση είναι και τούτη εδώ, που αφορά το ρόλο της δράσης στη φιλοσοφική ενασχόληση. Όπως έχω ήδη σχολιάσει εδώ, το στοχάζεσθαι από μόνο του, δίχως την απαραίτητη εξάσκηση στο στίβο της ζωής, στη δράση, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε παραλογισμούς λογικοφανείς. Η πράξη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φιλοσοφίας και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε αποφθέγματα αυθεντίας, αν νωρίτερα δεν έχει τριφτεί με τους ανθρώπους και δεν έχει κοσκινίσει τη θεωρία του μέσα από τον ανθρώπινο βίο. Αυτό ισχύει για κάθε μορφή φιλοσοφίας. Δεν έχει νόημα, για παράδειγμα, να διακηρύξω μια νέα, επαναστατική πολιτική θεωρία - απ' όση έμπνευση και συνέπεια κι αν διακατέχεται - με όρους απόλυτης και δογματικής αλήθειας, δίχως να τη δω να εφαρμόζεται και να δοκιμάζεται στην πράξη, στο πεδίο της ανθρώπινης πάλης, της ανθρώπινης ανάγκης και της ανθρώπινης αδυναμίας.

Στην προαναφερθείσα βάση, ο φιλόσοφος είναι συνάμα και πολεμιστής. Είναι ο άνθρωπος που παλεύει στην πρώτη γραμμή της ανθρωπότητας, μέσα στον ορυμαγδό και την ταραχή, να αφουγκραστεί ένα ελάχιστο μήνυμα συνέπειας, ένα αμυδρό φτερούγισμα ειρήνης. Όχι τηλέμαχος, αλλά αγχέμαχος. Όχι ασφαλισμένος πίσω από το βαρύ δρύινο γραφείο του και τις σκονισμένες επάλξεις των στοιβαγμένων βιβλίων, αλλά μέσα στους στίβους της πολιτικής, στη βουή της αγοράς, στα σχολειά και τις πλατείες. Όχι σαν ανεπαίσθητο θρόισμα πεταλούδας αλλά με επίμονο οίστρου βουητό, κεντώντας και αφυπνίζοντας, όχι χαϊδεύοντας και ναρκώνοντας. Ο φιλόσοφος πρέπει να συνδιαλέγεται με και να ανατροφοδοτείται ακατάπαυστα από τους ανθρώπους εκείνους, για χάρη των οποίων θεωρεί ότι φιλοσοφεί και αγωνίζεται. Πρώτα με αυτούς και κατόπιν με τους ομοίους του. Σε δεύτερη μοίρα η γενειάδα και η τήβεννος, σε πρώτο πλάνο το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί. Σε δεύτερη μοίρα τα ουράνια και τα σύμπαντα, σε πρώτο πλάνο η λασπουριά, η τέφρα και ο θάνατος. Φυσικά και οφείλει ο φιλόσοφος να ξεπερνάει την κοινωνία του, τουλάχιστον να αγωνίζεται γι' αυτό. Ωστόσο ισοδύναμο το χρέος του να εκλαϊκεύει, να επιμένει, να φωτίζει, να υποκινεί ή καλύτερα να παρακινεί.

Τόσα μυαλά, τόση φαιά ουσία χαμένη, σπαταλημένη άδικα και άστοχα, στο ήσσων και στη σχολαστικότητα. Τόση ενέργεια και δύναμη του νου, φανταστείτε να αφιερώνονταν στο χτίσιμο μιας συνεπούς ηθικής πράξης και όχι μόνο θεωρίας. Φανταστείτε φιλοσόφους να διαπληκτίζονται καθημερινά γύρω μας με την καθεστηκυία άγνοια, ημιμάθεια, αδιαφορία. Να γκρεμίζουν το σαθρό και να ισοπεδώνουν τα χαλάσματα. Να κεντρίζουν την αμφισβήτηση και να συδαυλίζουν τις επαναστάσεις της καθημερινότητας αλλά και εκείνες στο πλήρωμα του χρόνου. Συλλογιστείτε αυτό το ασύλληπτο μπόλιασμα της κοινωνίας με οράματα, όνειρα, ιδέες, ιδανικά. Το ορθώς σκέπτεσθαι δεν είναι χίμαιρα. Η συνέπεια της λογικής (θεωρία) και η λογική της συνέπειας (πράξη) δεν είναι ουτοπικά ιδανικά αλλά περιμένουν να μεταλαμπαδευτούν σε μας, από τους σωστούς ανθρώπους. Δυστυχώς, πέρα από την ασυμμετρία της δράσης τους (θεωρητική κατά κύριο λόγο) οι φιλόσοφοι εξακολουθούν την πάγια και αλαζονική τακτική τους να συναστρέφονται εαυτούς, πράγμα που καθαυτό δε θα ήταν ιδιαιτέρως κολάσιμο αν δεν αναλώνονταν παντελώς μονάχα σε αυτό.

3. Παραδείγματος... μοσχάριν.

Στη βάση αυτή, απορώ που ένα σωρό από αναγνωρισμένους και αξιοσέβαστους στοχαστές της σύγχρονης φιλοσοφίας χρησιμοποιούν τόσο αλλοπρόσαλλα και εξωφρενικά παραδείγματα, πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου. Προφανώς, θέλουν να δείξουν κάτι. Αισθάνονται ότι οφείλουν να απομονώσουν την υπόθεση και το ζητούμενο, από παραμέτρους που μπορεί να αποπροσανατολίσουν ή να θολώσουν την κρίση. Πιστεύουν πως μόνον έτσι θα καταφέρουν να αγγίξουν την ουσία και να αποδείξουν τη θέση τους και την ισχύ τους. Αποδεικνύουν τα πάντα στην ενδέκατη διάσταση μα αφήνουν το τετραδιάστατο κόσμο μας ανέγγιχτο. Όμως τι σημασία έχουν παρόμοια συμπεράσματα όταν στην πραγματική πραγματικότητα καλούμαστε να αποφασίσουμε, για τα σοβαρότερα ζητήματα, εν τω μέσω μιας συναισθηματικής κόλασης; Δεν εννοώ να αφεθούμε στην πυρκαγιά της ψυχής. Εννοώ τι σημασία μπορεί να έχει μια φιλοσόφηση που δεν τα λαμβάνει καθόλου υπόψιν; Επαναμβάνομαι - το ξέρω - αλλά έτσι καταλήγουμε να θεωρούμε ότι η λογική θα μας σώσει από όλα, ακόμη κι από τους εαυτούς μας, απαξιώνοντας τη μιζέρια και την υποκειμενικότητα των συναισθηματισμών. Καταντούμε σαν τον Παύλο, ο οποίος υποβίβασε το βρώμικο και ατελές σώμα και εξύψωσε την αιώνια και καθαρή ψυχή. Τέτοιες διακρίσεις όμως δεν υφίστανται στην πράξη. Όχι στον Καθαρό Λόγο, ούτε στον Άκρατο Οίνο! Ναι στα συμπόσια και στις φιλοσοφικές συζητήσεις που ακολουθούν το πρώτο ποτηράκι, εκείνο με την αναλογία 3:1 νερού προς κρασί. Αυτές οι εικόνες έχουν να μας πουν πολλά. Με άδειο στομάχι δεν υπάρχει τόπος για φιλοσοφία. Ούτε δίχως μια μικρή γουλιά που θα ζεστάνει το αίμα και την καρδιά ελαφρώς, όμως ποτέ υπέρ το δέον.

Απορώ που όλα αυτά τα πνεύματα, δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποιο απτό παράδειγμα, ένα παράδειγμα ας πούμε από την ιστορία ή από τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Μήπως τελικά γιατί δεν υπάρχει κανένα; Μήπως τελικά γιατί με την αφαίρεση ετούτη κατορθώνουν να αποδείξουν μια υπόθεση, που δεν προκύπτει από καμία πιθανή πραγματικότητα; Μήπως γιατί η ενασχόλησή τους δεν αντλεί από τις αληθινές ανάγκες αλλά από τα φιλοσοφικά τους παιχνιδίσματα; Τείνω να πιστέψω ότι η πολλή αφαίρεση αφαιρεί τελικά και την ουσία. Μάλλον τρέχουμε μπροστά για να προλάβουμε να χτίσουμε την Ηθική του μέλλοντος. Να προνοήσουμε για το "κακό" προτού μας προλάβει, να είμαστε έτοιμη σαν φτάσει η ανάγκη. Αυτό όμως υποστηρίζω ότι δεν είναι, εν γένει, δυνατόν και πως η οποιαδήποτε ηθική, το κύριο σώμα της δηλαδή, χτίζεται σαν συνέπεια των πράξεών μας και όχι νωρίτερα, όπου μονάχα νεφελώματα και σύγχυση καταλαμβάνουν τη σκέψη. Η πράξη συγκεκριμενοποιεί και ξεκαθαρίζει. Για να πάρουμε μια σωστή ιδέα, λοιπόν, περί τίνος τυρβάζουμε, περί της ουσίας ή περί άλλων, χρειάζεται και τα παραδείγματά μας να έχουν την ανάλογη ευστοχία και επαφή με την πραγματικότητα. Αν ένας φιλόσοφος αδυνατεί ή αποφεύγει να μας δώσει ένα τέτοιο παράδειγμα δεν είναι εύλογο να υποψιαστούμε ότι μπορεί και να μην υπάρχει;

4. Δεν απορρέουν όλα από τη λογική.

Η λογική έχει όρια. Όποιος δεν το κατανοεί αυτό δεν του απομένει παρά να φέρεται και να συνδιαλέγεται σαν ανόητος, σαν κατ' επίφαση φιλόσοφος. Από τα "αφελή" παράδοξα του Ζήνωνα (που χρειάστηκαν αιώνες για να καταρριφθούν με βάση τη λογική, γιατί με βάση την πράξη ακυρώνονταν ανά πάσα στιγμή) μέχρι και τα θεωρήματα μη-πληρότητας του Godel, η επηρμένη λογική θα προσκρούει συνεχώς σε τείχη. Αν αυτό είναι απλώς ένα εξελικτικό στάδιο της ανθρώπινης φύσης μου είναι παντελώς αδιάφορο, όταν αυτό είναι το μόνο στάδιο που βιώνει σύμπασα η ανθρωπότητα, τη στιγμή που μιλάμε, και μέσα στα πλαίσια αυτού και μόνον καλείται να βρει μια άκρη στην ύπαρξη και στη δράση της.

Ο φιλόσοφος οφείλει να αναζητά τίμια και ακαταπόνητα την αλήθεια. Μέχρι να ανακαλύψει μία όμως θα πρέπει να σέβεται βασικές διαισθήσεις, που δεν πηγάζουν από καμία απόδειξη. Τι νόημα έχει, για παράδειγμα, να περιμένω από την επιστήμη να μου απαντήσει αν ο άνθρωπος είναι περισσότερο κακός παρά καλός; Τι νόημα έχει αν τα γονίδια μου είναι κατά βάση εγωιστικά ή αν η απαρχή ενός υποτυπώδους αλτρουισμού κρύβεται στους μηχανισμούς της εξελικτικής διαδικασίας; Αρκεί να κοιτάξουμε ένα γύρω τους ανθρώπους που συνυπάρχουν μαζί μας ή που υπήρξαν στους αιώνες. Αρκεί να στρέψουμε μια στάλα το βλέμμα στους ίδιους μας τους εαυτούς. Εκεί θα βρούμε τα πάντα, όσες αλήθειες μας χρειάζονται. Βεβαιότητες καμία κι ομοίως καμία Αλήθεια, όπως αυτή νοείται με το κεφαλαίο Α. Αλλά βρίθει το σύμπαν από αλήθειες τμηματικές και επί μέρους. Τι γυρεύουμε περισσότερο να ανακαλύψουμε; Αν είμαι ξέχωρα καλός Ή κακός (με μια συμβατική αντίληψη των εννοιών) δεν πρόκειται να το απαντήσω ποτέ. Πως είμαι όμως καλός ΚΑΙ κακός, αυτό το γνωρίζω με βεβαιότητα. Αν με απασχολεί η διαβάθμιση αυτό θεωρώ πως είναι εκτός θέματος. Αν με απασχολεί η ερμηνεία και η διαχείρηση, αυτό είναι νόημα και παιχνίδι ζωής ολόκληρης.

Ας πούμε: ο σεβασμός προς τον άνθρωπο, αυτό δεν χρειάζεται να το αποδείξω. Το νιώθω πως κάθε φιλοσοφία πρέπει να ξεκινάει από αυτή τη βάση. Ίσως να μπορεί να κατασκευαστεί μια εκπληκτικά λογικά συνεπής ηθική θεωρία της καταστροφής και της εκμετάλλευσης. Ποιο το νόημα, όμως, όταν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πάνω κάτω συναισθήματα του πόνου και της μοναξιάς, να επιζητήσουμε ο,τιδήποτε προς την κατεύθυνση αυτή (της καταστροφής); Θα μου πείτε, κάνεις λάθος, δεν μοιραζόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα. Αλλιώς δε θα υπήρχε θέση για βία και φονικό στον κόσμο. Μα σας είπα, δεν τίθεται θέμα διαβάθμισης. Εγώ δε μιλάω για την ένταση μιας αλήθειας αλλά για την "αληθινότητά" της. Κάποιοι νοιάζονται μόνο για την οικογένειά τους, κάποιοι για όλα τα πλάσματα του κόσμου, κάποιοι μόνο για πάρτη τους. Η διαβάθμιση της έγνοιας δεν κάνει την έγνοια λιγότερο ή περισσότερο αληθινή. Αυτό εννοώ.

Μην το κουράσουμε, όμως, περισσότερο σε αυτό το σημείο. Ίσως, κάποτε το αναλύσω διεξοδικότερα. Ορθώς φιλοσοφείν σημαίνει, για μένα, αναγνωρίζω τα όρια της λογικής μου, ξέρω πού να σταματήσω τα μπαλώματα και, από κει και πέρα, να αντέχω να συνεχίζω γυμνός. Γυμνός όχι από ντροπή ή από ένδεια σκέψης, αλλά από δυσφορία ή απέχθεια για τους βαρύτιμους επενδύτες, οι οποίοι μας προσδίδουν μια κάποια λάμψη αλλά από κάτω τους το σώμα και ο νους ασφυκτιά ή, πολύ χειρότερα, ψυχορραγεί.

- - -

Φυσικά και γνωρίζω ότι το κείμενο βρίθει ανακριβειών, παρεξηγήσεων, γενικεύσεων και ότι διακατέχεται από μία παντελή άγνοια πολλών και βασικών εννοιών. Αλλά αυτό ήταν και το ζητούμενο. Παραθέτοντας τις ατελείς μου θέσεις και στοιχειοθετώντας το αφελές προσπαθώ αυτό ακριβώς: να προσδιορίσω τις αδυναμίες μου και να τις εξαλείψω. Ολοκληρώνοντας το κείμενο με ετούτη την κατακλείδα έχω ήδη επαναπροσδιορίσει πολλά πράγματα μέσα στο μυαλό μου κι έπεται φαντάζομαι συνέχεια. Ωστόσο, κλείνοντας διαπιστώνω ότι μια πεποίθηση έμεινε μέσα μου ακλόνητη και πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο ορθός τρόπος του φιλοσοφείν περιλαμβάνει και μια ιδέα διαίσθησης. Ένα μικρό άλμα "σοφίας" που γαληνεύει θωπεύοντας γλυκά, χωρίς να αποκοιμίζει, την άγρια και αλαζονική, ψυχρή λογική, η οποία έχει μια τάση να κατασπαράζει τα σωθικά της. Ένα άλμα "σοφίας" που πηγάζει από την ορθή παρατήρηση και τριβή με τα ανθρώπινα, το οποίο επέρχεται με τα χρονια, την εμπειρία και φυσικά την καλή θέληση και την τιμιότητα.